Showing posts with label καθημερινά. Show all posts
Showing posts with label καθημερινά. Show all posts

Sunday, December 4, 2011

Υπόγειες διαδρομές

Στο γάμο της, η Μίνα παρουσίασε το νέο νυφικό που είχε ράψει η μητέρα της. Ενα αριστούργημα ραπτικής και αισθητικής. Είχε σχεδιαστεί και ραφτεί στο υπόγειο του σπιτιού της, στο εργαστήριο που η θεία συντηρούσε απο χρόνια, και οπου είχαν ραφτεί πάμπολλες ελληνίδες νύφες του Μοντρεάλ. Ακόμα και εκείνοι που δεν ήξεραν απο νυφικά και πολυτελή ρούχα έμειναν έκθαμβοι απο το εκθαμβωτικό δημιούργημα και την ικανότητα της μετανάστριας που μετέφερε στον Καναδά την πανάρχαια τέχνη της ραπτικής απο την οποία βιοποριζόνταν ιδιωτικά για χρόνια. Ενα ανάλογο νυφικό σε κάποιο καλό μαγαζί της πόλης πουλιόνταν πάνω απο 5 χιλιάδες δολλάρια.

Γρήγορα, η φήμη της ράφτρας εφτασε και στο παλιό Μοντρεάλ, το κέντρο της όμορφης γαλλικής πόλης οπου κάποιες αριστοκρατικές οικογένειες ακόμα σχεδίαζαν και πουλούσαν ρούχα σε επώνυμα μαγαζιά. Μια μέρα, μια μάλλον εκκεντρική κυρία ήρθε στο σπίτι της θείας με κάποιο ανακαινισμένο αυτοκίνητο της δεκαετίας του 30. Ηταν μια πασίγνωστη σχεδιάστρια μόδας και ρούχων, με παγκόσμιες επαφές σε Ευρώπη και Αμερική, και ενα τεράστιο εμπορικό δίκτυο πωλήσεων ανα τον κόσμο.

Πάνω στο καφέ που η θεία της πρόσφερε, η σχεδιάστρια έγραψε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα την αμοιβή που θα πρόσφερε στη θεία μου, αν δεχόνταν να γίνει αρχισχεδιάστρια νυφικών της εταιρίας. Μέσα απο την δουλειά της θα συναντούσε απο κοντά τις μεγαλύτερες φίρμες της μόδας σε Ιταλία, Γαλλία, και Αμερική. Αντικρύζοντας το γραμμένο νούμερο, η θεία έμεινε άναυδη. Η μετανάστρια απο την Αστυπάλαια μετακόμιζε τώρα σε μεγάλα γήπεδα.

Κατανόησα καλύτερα τη δουλειά της θείας όταν επισκέφτηκα κάποτε με την μητέρα μου το υπόγειο οπου εργαζόνταν, στο κέντρο του Μοντρεάλ. Η θεία ήταν η κορυφή στο τμήμα του σχεδιασμού, η γνώμη της βάραινε παντού και είχε μια σχέση αγάπης με τα κορίτσια που διοικούσε. Τα μοντελίνα που κοσμούσαν τον χώρο, δείγματα της ταλαντούχας σχεδιάστριας, ανέδυαν μια υπέροχη αισθητική τελειότητα.

Στο διπλανό χώρο, κάποιες κοπέλες έραβαν τα ρούχα. Στο τμήμα του μάρκετινγκ φτιάχνονταν οι κατάλογοι με τις πανέμορφες φωτογραφίες, γινόνταν οι φωτογραφήσεις των μοντέλων και τα μονταρίσματα των παρουσιαστικών, και κατόπιν τα προιόντα έπαιρναν τομ δρομο τους για τα μεγάλα μαγαζιά του κόσμου. Εκτός απο τον μισθό της, η θεία έπαιρνε και δύο ακόμα μπόνους. Ενα για τον αριθμό της παραγωγής σαν σύνολο, και ενα για κάθε επιμέρους νυφικό.

Κομμάτια που "περίσσευαν" απο τις συλλογές μόδας, υλικά άριστης ποιότητας και αισθητικής, άρχισαν απο τότε να καταλήγουν στο σπίτι μου στην Ελλάδα, δώρα της θείας προς την μητέρα μου. Μια απερίγραπτη συλλογή και ποσότητα πανάκριβων υφασμάτων και δειγμάτων, που οι ντόπιες ράφτρες της γενέτειρας μετέτρεπαν κατόπιν σε ρούχα για την οικογένειά μου, γινόταν πουκάμισα, πανταλόνια, ταγιέρ και πανέμορφα μπουφάν, μια διαρκής υπεραντλαντική παροχή που κράτησε για δύο δεκαετίες. Σε κάποια στιγμή, ήμασταν ίσως η μόνη οικογένεια της γενέτειρας που έραβε τα δικά της ρούχα σχεδόν εξ ολοκλήρου, έχοντας φτιάξει μια δική της συλλογή ρούχων, ολων σχεδιασμένων απο την Καναδέζα θεία μου.

Για χρόνια η θεία σεργιανούσε σε Ιταλία, Γαλλία, Αμερική και Ασία, βελτιώνοντας τις τεχνικές της, παίρνοντας καινούργιες ιδέες και συναντώντας σημαντικούς ανθρώπους της μόδας. Με τα χρόνια όμως, άρχισε και εκείνη να μου μιλά για τις τεράστιες αλλαγές του χώρου της, για όλες τις διαδικασίες που μετακόμιζαν σταδιακά απο τα χέρια της σε μια νέα γενιά κοριτσιών (που σχεδιάζαν πλέον τα πάντα σε κομπιούτερ), ποτέ δέν άγγιξαν ρούχα και υλικά, ποτέ δεν μάζεψαν "περισσεύμα", και ποτέ τους δεν θαύμασαν απο κοντά το τελικό τους προιόν.

Ο σχεδιασμός παρέμεινε στον Καναδά, το ράψιμο όμως μετακόμισε στο Μεξικό, και η εταιρία απέκτησε απο τότε και ενα ισχυρό τμήμα νομικών και λογιστικών υπηρεσιών, πλαισιωμένο απο δικηγόρους που προσπαθούσαν να καλύψουν την βρωμιά και την εκμετάλλευση των γυναικών που έραβαν τα πανάκριβα υλικά στο Μεξικό, και λογιστές που πάλευαν με χίλιες αλχημείες να κρύψουν τα υπέρογκα κέρδη στους διάφορους φορολογικούς παράδεισους του κόσμου.

Κάπου εκεί, η θεία πήρε σύνταξη. Ο απίθανος κόσμος της αόρατης βρωμιάς δεν πρόλαβε ακόμα να καλύψει τη ζωή της και το υπόγειο οπου έφαγε τη ζωή της σχεδιάζοντας νυφικά. Εφυγε, όπως μου είπε, αξιοπρεπώς.

Ο κόσμος του ρούχου, του modeling, του design και της μόδας είναι η ωραιοποιημένη πρόσοψη ενός σκοτεινού λαβύρινθου μιας απέραντης ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Μιας πανάρχαιας ανθρώπινης δραστηριότητας που ακολουθεί υπόγειες και βρώμικες διαδρομές. Η Ιστορία καταγράφει τα υφαντά και τους αργαλιούς σαν τις πρώτες μαζικά οργανωμένες βιομηχανικές μονάδες παραγωγής στον κόσμο, μιας επιχείρησης που στηρίχτηκε πάνω στην ανελέητη, πολύωρη και δουλική ανθρώπινη εργασία. Οι αργαλιοί της χειροποίητης Ινδίας και τα μυστικά των υφαντών της, εκλάπησαν απο την Αγγλία και κατόπιν μετακόμισαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μετά και την απίθανη ιστορία που γράφτηκε στους αργαλιούς του Lowell, ακολούθησαν οι σύγχρονες μεξικανικές maquiladoras (ειδικές ζώνες αφορολόγητης παραγωγής και εργασιακής νομικής υπόστασης) που έχουν τραβήξει στα σπλάχνα τους ενα μεγάλο μέρος του Μεξικανικού πληθυσμού (κυρίως γυναίκες), σε χειροποίητες και τυποποιημένες δουλειές τύπου φάμπρικας, αδειάζοντας πληθυσμιακά τη φτωχή ενδοχώρα. Μεξικό, Ινδία και μέρη της Ασίας διαπρέπουν στο εργασιακό αυτό είδος.

Και όταν δεν είναι στο Μεξικό ή στην Κίνα, η παραγωγή γίνεται ακριβώς δίπλα μας, σε συνθήκες μόχθου και αντοχών που θυμίζουν Λονδίνο του 1850. Ακριβώς την ώρα που στην Ελλάδα συλλαμβάνονταν ο εκκεντρικός κ. Γαβαλάς (εξερχόμενος την 6η πρωινή απο τα μπουζούκια), 9 κινέζοι καίγονταν ζωντανoί στο downtown Boston. Κάποια ηλεκτροπληξία ανέφλεξε τα βαμβακερά υλικά των ρούχων που κατασκεύαζαν, και το κτίριο έγινε παρανάλωμα του πυρός. Δύο απο τους πολλούς που πήδηξαν στο κενό για να αποφύγουν τις φλόγες (δεν υπήρχαν έξοδοι ασφαλείας), τσακίστηκαν και χάθηκαν στο παγωμένο ανισόπεδο πλακόστρωτο του δρόμου που είχε πρωτοφτιαχθεί όταν οι Αγγλοι είχαν ακόμα αποικία τους την πόλη της Βοστώνης.

Sunday, November 20, 2011

Σε μαγικά νησιά

Ομολογώ πως δεν είχα τότε ιδέα που βρισκόμουν, καθώς το κρουαζιερόπλοιο μπήκε στο ήσυχο λιμανάκι του George Town μέρα μεσημέρι με εναν ήλιο να σε ζαλίζει κατάματα. Διάφορα λεωφορεία σκόρπισαν τον κόσμο στη νωχελική πόλη, το κέντρο της οποίας αποτελούνταν απο εστιατόρια, μπάρ, μαγαζάκια με τουριστικά είδη και πολλές τράπεζες. Πάνω απο 400 τράπεζες βρίσκονται αυτή τη στιγμή πάνω στο μικρό νησάκι, μας πληροφόρησε ο ξεναγός, και μετά απο μερικές μπύρες κατευθυνθήκαμε για μπάνιο σε μια πανέμορφη παραλία που είχε ενα τεράστιο μήκος, και μια άσπρη πεντακάθαρη αμμουδιά. Ηταν θυμάμαι, μέρα αργίας.

Ακολούθησαν δύο ώρες ανέμελης κατάδυσης στα πανέμορφα νερά του νησιού, όπου μια πανδαισία απο πολύχρωμα ψάρια και φυτά του βυθού θα μου μείνει αξέχαστη. Υπήρχαν και κάμποσες προειδοποιήσεις προς τους λουόμενους, η περιοχή είχε κάμποσους καρχαρίες (κυρίως μπλέ) καθώς και πολλά άγρια ψάρια, άγνωστα στους περισσότερους, που καλό θα ήταν να μην τα συναντήσουμε απο κοντά. Το νησί δεν είχε μεγάλο ιστορικό ενδιαφέρον, το μικρό του μουσείο τέχνης ήταν και εκείνο κλειστό, καθώς και το δημαρχείο της πόλης οπου στον άνεμο ανέμιζε μια αγγλική σημαία.

Καθίσαμε περίπου 8 ώρες στον επίγειο παράδεισο, πριν επιστρέψουμε στο κρουαζιερόπλοιο με τους υπέροχους μπουφέδες, τα πανέμορφα μπαράκια με τους λατίνους μουσικούς που τους είχαν μαζέψει απο όλα τα νησιά της Καραιβικής, και το πλήρωμα που αποτελούνταν κυρίως απο κοπέλες της ανατολικής Ευρώπης. Ηταν μια υπέροχη εμπειρία, καθώς ήμουν και προσκεκλημένος του καπετάνιου εκείνη τη βραδιά, ο οποίος όπως και όλοι οι αξιωματικοί του πλοίου ήταν έλληνες.

Στο δείπνο της βραδιάς, κάποιοι έλληνες αξιωματικοί με πληροφόρησαν πως το νησί ήταν ενα απο τα πλουσιότερα μέρη του κόσμου. Οι 400 τράπεζες είχαν τώρα γίνει πάνω απο 500 μου είπαν, και κανείς δεν γνωρίζει πόσος πλούτος πράγματι φυλάσεται στα έγκατα της πόλης. Τελικά οι τράπεζες του νησιού είναι σήμερα τουλάχιστον 600, έλαβα την τελική μου ιντερνετική πληροφόρηση, λίγο πριν γράψω αυτές τις γραμμές.

Το νησί δεν είχε την σπαρακτική ιστορία της επαναστατικής Κούβας, του Αγιου Δομίνικου, της Τζαμάικας ή της Γουαδελούπης, δεν κατοίκησαν πάνω του ορδές σκλάβων και αφεντάδων, δεν πέρασαν απο εδώ επαναστάτες, εξωτικοί ινδιάνοι και λαθραίοι εραστές. Πέρασαν όμως εγγλέζοι μάνατζερς και ελβετοί τραπεζίτες που δημιούργησαν μια νέα Ζυρίχη στα σπλάχνα ενός εξωτικού παράδεισου. Ηταν η απαρχή της δημιουργίας ενός τεράστιου παγκόσμιου δικτύου φορολογικών παραδείσων σχεδιασμένου απο μυστικοπαθείς ελβετούς τραπεζίτες που μεταφύτευσαν στους Τροπικούς τα νομικά και τραπεζικά κόλπα της γερμανικής Ζυρίχης.

Δεν είχα τότε συνολική αντίληψη του κόσμου ακόμα, και αρκέστηκα ηδονικά στις δροσερές καταδύσεις και στο υψηλής ποιότητας φαγητό και κόκκινο κρασί του καπετάνιου. Μέχρι που σήμερα το πρωί, το νησί με τις 600 τράπεζες ξανάρθε στο μυαλό μου, όταν μια μεγάλη εφημερίδα της Βοστώνης, φιγουράριζε με φωτογραφίες το όνομα κάποιου μεγαλοαπατεώνα που καταχράστηκε πάνω απο 113 εκατομύρια δολλάρια επενδυτών του, μεταξύ των οποίων και κάποιου συγγενικού μου προσώπου. Στον πρωινό κυριακάτικο καφέ, ο δυστυχής γνωστός μου (που έχασε λέει 2 εκατομμύρια προσπαθώντας να τα κρύψει), ξέβρασε τον πόνο του και συμπλήρωσε με πιπεράτες λεπτομέρειες την ιστορία.

Τα αφορολογητα λεφτά τα μάζευε για λογαριασμό δικηγορικού γραφείου κάποιος τρίτος. Κάπου όμως η δουλειά χάλασε όταν ο μεγαλοαπατεώνας ερωτεύτηκε ξαφνικά μια βραζιλιάνα κομμώτρια, χώρισε την γυναίκα του (στην οποία έδωσε 6 εκατομύρια απο τα λεφτά των πελατών του) και στη συνέχεια κατευθύνθηκε στον έτερο φορολογικό παράδεισο των Bahamas, όπου και διάγει βίον ανθόσπαρτον, χωρίς τον κίνδυνο να τον απελάσουν.

Σύμφωνα με το FBI, η όμορφη κομμώτρια έπαιρνε χρηματικά εμβάσματα της τάξεως των 50 χιλ. δολλαρίων την εβδομάδα, και εξαφανίστηκε κατόπιν στην απέραντη Βραζιλία οπου διαθέτει επίσης και κόττερο αξίας 3 εκατομυρίων, το οποίο σύμφωνα με το ρεπορτάζ θα είναι πολύ δύσκολο να κατασχεθεί, όπως επίσης και τα 113 εκατομμύρια που μέσα απο εναν λαβύρινθο μετακινήσεων βρίσκονται κάπου στο περίφημο νησί κρυμμένα πίσω απο άγνωστους κωδικούς. Ηταν μια πολύ ακριβή υπόθεση, ομολόγησε ο ατυχήσας φίλος. Δυστυχώς, με πληροφόρησε, δεύτερη αξιόπιστη Ελβετία δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί με επιτυχία στον κόσμο.

Μεγάλο πράγμα η αξιοπιστία και ενα σταθερό τραπεζικό σύστημα, συμφώνησα μαζί του. Θα το έχω υπόψιν μου. Μονάχα να μην παρουσιαστεί καμμιά κομμώτρια.

Monday, October 17, 2011

Mια ανάσα ομορφιάς

Μια ανάσα ξεκούρασης μετά απο ενα τρομακτικά δύσκολο καλοκαίρι. Στα όμορφα δάση της Νέας Αγγλίας το φθινοπωρινό τοπίο έχει ήδη ρίξει σκηνικό μελαγχολίας για εναν ακόμα δύσκολο χειμώνα. Είναι μια στιγμή εσωτερικής ανασυγκρότησης που τηρώ με ευλάβεια και τελετουργία κάθε τέτοια εποχή, με κάποιες μικρές φωτογραφικές αποδράσεις σε ενα τοπίο ματωμένο απο τα κόκκινα φύλλα και ποτισμένο απο τα δροσερά και ολοκάθαρα νερά των ποταμών που ξεχύνονται με δύναμη προς την ενδοχώρα. Παρόλη την ιστορική τους βιομηχανική ανάπτυξη, οι πολιτείες της Νέας Αγγλίας και οι γειτονικές της καναδέζικες επαρχίες παραμένουν απο τις πιο καθαρές και αμόλυντες περιοχές του κόσμου. Καλό σας Φθινόπωρο.

Sunday, October 16, 2011

Τιμής ένεκεν

Δεν είχα σκοπό να γράψω αυτό το πόστ, αλλά ένεκεν της τιμητικής πρόσκλησης της προσφιλούς μου Αθηνάς απο το Τρίτο Καζάνι, και για να περνάει και η ώρα, εξιστορώ και εγώ κατόπιν πρόσκλησης, μερικά χαρακτηριστικά του εαυτού μου. Επτά αληθινά χαρακτηριστικά, για να εξηγούμαι και απο την αρχή. Ευχαριστώ την Αθηνά για την πρόσκληση. Τις ολόθερμες ευχές μου.

(1)- Είμαι γενικα ενας τεμπέλης άνθρωπος που του αρέσει η καλή παρέα, το καλό κρασί και η συζήτηση. Υπο κανονικές συνθήκες θα προτιμούσα να είμαι αραχτός σε μια καφετερία και να χαβαλεδιάζω. H, όπως διάβασα και σε κάποιο μπλόγκ, θα μου ήταν πιο βολικό να ήμουνα κάπου δημόσιος υπάλληλος, και απο τη γραφειοκαρεκλάρα μου "να ρεμβάζω με την άνεσή μου την πτώση του φιλελευθερισμού". Ζώ όμως εντελώς αντίθετα, δουλεύοντας πολύ και με απίθανες υπεραπασχολήσεις. Αυτό που κατέληξα να είμαι οφείλεται στο γεγονός οτι αμολήθηκα απο μικρός στον κόσμο, και εξ ανάγκης προσαρμόστηκα σε γρήγορους ρυθμούς.

(2)- Εχω συχνά τάσεις απομονωτισμού, και κάμποσες φορές στο παρελθόν εξαφανίστηκα για κάμποσο καιρό σε μέρη μακρινά. Εντούτοις, παραμένω εξαιρετικά προσαρμόσιμος γιατί έχω κάνει παρέα με πολλούς αντιδιαμετρικά αντίθετους ανθρώπους, και αισθάνομαι άνετα με όλους. Εχω γνωρίσει πολλούς πλούσιους που ειναι κύριοι, και πολλούς φτωχούς που είναι κομπλεξικοί. Και το αντίθετο. Με τον καιρό κατέληξα στο συμπέρασμα πως υπάρχουν πολλές λιγότερες διαιρέσεις μεταξύ των ανθρώπων και πολύ περισσότερα στερεότυπα. Η ανατροφή, η μορφωση και η βιωματική εμπειρία του καθενός μας, είναι κατα πολύ περισσότερο καθοριστικοί παράγοντες της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου, απ' ό,τι η εθνική κουλτούρα, η θρησκεία, το φυλετικό χρώμα και οι πολιτικές ιδεολογίες. Αυτά τα πιστεύω βαθιά, και με αυτά τα κριτήρια ζώ και αντιμετωπίζω τους ανθρώπους.

(3)- Υπάρχουν δύο χαρακτηριστικά μου που τα πολεμάω (ίσως μάταια) απο τη νεαρή μου ηλικία. Το πρώτο ειναι η αναβλητικότητα, το δεύτερο η ανάμιξη της συναισθηματικότητας στη λήψη αποφάσεων. Και τα δύο μου έχουν κοστίσει πολύ στη ζωή μου και ακόμα τα πολεμάω. Πέραν αυτού, έχω πολύ λίγες αλλά συγκεκριμένες ιδιοτροπίες. Δεν μου αρέσει ας πούμε να μου πλένουν και να μου σιδερώνουν οι άλλοι τα ρούχα μου. Το κάνω μόνος μου. Κάθε Κυριακή βράδυ σιδερώνω τα ρούχα όλης της εβδομάδας. Τα ντουλάπια μου είναι απόλυτα οργανωμένα. Το ίδιο και το γραφείο μου.

(4)- Αντιπαθώ το είδος ανθρώπου του οποίου η προσωπική ζωή δεν αντανακλά αυτά που λέει πως πιστεύει. Αυτό για μένα είναι η μεγαλύτερη ιδιοτροπία μου, και καθοριστικός παράγοντας στις επιλογές φίλων και παρατρεχάμενων. Ιδιαίτερα δεν γουστάρω εκείνους που μέσα απο κάποιο περίεργο κριτήριο (καταγωγή, πλούτος, πολιτική αντίληψη), σου αφαιρούν αμέσως το δικαίωμα στη φιλανθρωπία και σε εξαιρούν αυτόκλητα απο όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και προσωπικές ευαισθησίες (που αυτοί διαθέτουν σε υψηλό βαθμό). Παρότι έχω μια ιδιαίτερη φιλοσοφική ροπή και προτίμηση προς την Αυτονομία, η μόνη απαίτηση που έχω απο τους άλλους είναι να είναι αληθινοί.

(5)- Μ' αρέσει πολύ το μαγείρεμα, η ενασχόληση με την μουσική, και τα βιβλία. Η προσωπική μου βιβλιοθήκη έχει ήδη ξεπεράσει τα 3 χιλιάδες βιβλία, τα οποία για να τα βρίσκω τα έχω καταχωρίσει σε ενα ειδικό database. Αγαπημένοι μου λογοτέχνες συγγραφείς εκτός Ελλάδας είναι οι Mario Vargas Llosa και V.S.Naipaul, οι μόνοι συγγραφείς των οποίων έχω διαβάσει όλα τα βιβλία. Νοητά θεωρούσα πως και οι δύο άξιζαν το Νόμπελ πρίν ακόμα τους το δώσει η Σουηδική Ακαδημία. Με έλκει η θεματολογία τους, η εκφραστική τους, και η δομή του λόγου τους.

(6)- Με ενοχλεί πολύ το γεγονός πως παρότι έχω ταξιδέψει αρκετά, ακόμα δεν έχω ακόμα επισκεφτεί το Αγιο Ορος, την Κρήτη, την Κων/πολη, την Ιερουσαλήμ και τη Φλωρεντία. Είναι ενα κενό που για κάποιο λόγο το αισθάνομαι έντονο μέσα μου. Την Ελλάδα την γουστάρω πολύ. Ιδiαίτερη αγάπη μου το πανέμορφο διαμάντι που λέγεται Λευκάδα. Εκεί θα ήθελα να ζήσω κάποτε (απομονωμένος ίσως, σε κάποιο πέτρινο σπίτι που να βλέπει τη θάλασσα).

(7)- Σταθερή στην πυραμίδα των αισθησιακών μου προτιμήσεων, η κυρία της φωτογραφίας. Ενα ερωτικό και αισθησιακό είδωλο. Πανέξυπνη, πανέμορφη, ερωτική. Και παρόλο που τελευταία έχει ψιλοσακατευτεί με κάτι χαζοτατουάζ και τείνει να γίνει κόκκαλο, την κατατάσσω στην κορυφή της γυναικείας ομορφιάς. Ενα είδωλο δεν χάνει ποτέ τη γοητεία του. Είναι ας πούμε, ο Τσέ του γυναικείου ερωτισμού.

Friday, October 14, 2011

Σεμνά και ταπεινά

Στέκομαι κάθε πρωί και το χαζεύω στη βιτρίνα. Ενα υπέροχο χειροποίητο πιάνο. Συχνά φτάνω στην περιοχή νωρίς το πρωί, απλά για να απολαύσω τον καφέ μου απέναντι απο το πανέμορφο μαγαζάκι με την πράσινη εγγλέζικη πρόσοψη, τις όμορφες κρεμαστές πινακίδες που το διακοσμούν, τον πλακόστρωτο περίγυρο με τα φαναράκια, τα παλιά αρχοντικά με τα σκαλιστά αετώματα. Στις 8 το πρωί, ο δρόμος μυρίζει φρέσκο καφέ και κομμάτι παλιού Λονδίνου.

Και τί είναι 24 χιλιάδες για ενα τέτοιο πιάνο, κυριέ μου, μου λέει ο κύριος του μαγαζιού. Ενα καλό πιάνο κοστίζει σήμερα πολύ περισσότερα, έχετε εδώ μια εκπληκτική ευκαιρία να αποκτήσετε ενα κόσμημα, ενα μουσικό έπιπλο πολυτελείας. Τέλειος ήχος, αισθητική και ποιότητα. Απο εναν μάστορα που κάποτε θα πάψει να υπάρχει, αλλα όσο ζεί παράγει ο κερατάς αριστουργήματα.

Πήρα τη σκέψη στο σπίτι και την έβαλα σε διαβούλευση. Δεν είσαι καλά, ήταν η αντίδραση. Εκκεντρικούρες. Και που ακριβώς θα το βάλεις το θωρηκτό; Ανάμεσα στο Xbox και τις τηλεοράσεις των παιδιών; Ασε που ο μεγάλος πάει τώρα για δίπλωμα, ο μικρός θέλει κινητό, η μικρή έχει τη δική της λίστα, το σπίτι είναι σε επισκευές. Και τι ακριβώς θα παίζεις δηλαδή; Μότσαρντ μετά τις εβδομάδες των 50 ωρών και ανάμεσα στα ταξίδια; Πρόκειται μάλλον για κρίση μέσης ηλικίας.

Βλέπουμε την κατάληξη, επιμένουν. Θα αρχίσουν νάρχονται στο σπίτι διάφορα ταλέντα, αργόσχολοι των πέντε ηπείρων, διάφοροι περίεργοι που νομίζουν πως είναι ποιητές, περιθωριακά λατινικά φρικιά και τύποι που η γυναίκα τους έδιωξε γενικώς απο το σπίτι. Θα αρχίσουν δοκιμαστικές ηχογραφήσεις, θα πήξουμε σε μικρόφωνα, καλώδια και περίεργα εξαρτήματα ηχογράφησης. Με τις 24 χιλιάδες παίρνουμε το καινούργιο το Toyota Camry που έχει και navigation. Το πιάνο απορρίπτεται.

Τηλεφωνώ γενέτειρα. Τι πιάνο αναφέρεις αγόρι μου και 24 χιλιάδες, απαντούν. Είσαι καλά ή ξέμεινες απο χάπια; Εδώ ο Βενιζέλος και η Τρόικα ετοιμάζονται να μας πάρουν και το σπίτι. Δεν περιμένεις μέχρι τέλος του μηνός πρώτα για τα φιρμάνια της Μέρκελ; Και εμείς ενα θαλάσσιο σκαφάκι θέλαμε απο τα πενήντα μας, και σήμερα κοντεύουμε ογδόντα. Οσονούπω επιστρέφουμε στην εποχή του τραχανά. Ξέρεις πόσο λάδι αγοράζεις με 24 χιλιάδες;

Η διαβούλευση τελείωσε με μια ρήση του Βούδα, που ήρθε απο τον μεγάλο μου γιό. Στη Βουδιστική ηθική αντίληψη της ζωής οι ανθρώπινες επιθυμίες είναι η πηγή κάθε ανθρώπινης δυστυχίας, με πληροφόρησε. Και για να γίνει κανείς ευτυχισμένος πρέπει να ξεριζώσει μεγάλο μέρος των επιθυμιών του. Μα εγώ δεν είμαι Βουδιστής, διαμαρτυρήθηκα, άσε που αυτή η θεωρία δεν μου πάει. Να μην πάρω το πιανάκι μου ο έρμος για Βουδιστικούς λόγους;

Είναι το τελευταίο κομμάτι του μάστορα, μου είπε το πρωί ο κύριος στο μαγαζί. Μάλλον δεν θα φτιάξει άλλο πιάνο. Οι δουλειές δεν πάνε καλά, το μαγαζί παλεύει να μείνει ανοιχτό. Εχετε μερικές εβδομάδες ακόμα περιθώριο. Είμαστε εδώ απο το 1965 αλλά οι εποχές ειναι δύσκολες και φτάνουμε στο τέλος. Τελευταία προσφορά, 20 χιλιάδες με τους φόρους.

Ρούφηξα τον ζεστό πρωινό καφέ μου. Λοιπόν, θα την πέσω "εναλλακτικά", απόφάσισα. Σεμνά και ταπεινά. Με ηλεκτρικά πιάνα, κιθάρες και τέτοια, άσε που με 24 χιλιάδες αγοράζω πάνω απο 10 χιλιάδες καφέδες. Χαιρέτησα τον συμπαθέστατο κύριο του μαγαζιού (με τον οποίον τώρα έχουμε γνωριστεί πλέον καλά και παίζουμε το πιάνο μέσα στο μαγαζί), και συνέχισα το δρόμο για τη δουλειά μου. Πολύ δύσκολος Θεός ο Βούδας, σκέφτηκα. Σύντομα θα μας τον προτείνει και η Τρόικα.

Wednesday, September 14, 2011

Incognito

Σε μια στιγμή στυγνής μοναξιάς την έψαξε ηλεκτρονικά. Εβαλε το όνομά της στο ιντερνετικό θηρίο και πάτησε το κουμπί. Ανακάθησε κατόπιν στην πολυθρόνα του γραφείου του και ρούφηξε τον καφέ του περιμένοντας. Για χρόνια δεν ήθελε να ξέρει τίποτα. Αλλά μόλις ρώτησε, όλα ήρθαν αμέσως στην οθόνη του. Πληροφορίες απο την άβυσσο. Ηταν σαν νάχε παραγγείλει εναν ρουφιάνο.

Ηταν στο Βερολίνο. Σε ενα αρχιτεκτονικό γραφείο. Είδε τα σχεδιά της, τα δημιουργήματά της, τα όνειρά της. Τηλέφωνο και email. Και τώρα; Θυμήθηκε πως η περιέργια σκότωνε τις γάτες. Αλλά η περιέργια ήταν μεγάλη. Εκανε εκείνο που είχε τελικά σχεδιάσει στο μυαλό του.

Η απάντηση ήταν σχεδόν ακαριαία. Υπεραντλαντικά λοιπόν; Μα πώς χαίρομαι που είσαι καλά, τί έκπληξη και τούτη. Εγώ είμαι καλά, έχω και κάτι μετοχές σε ενα αρχιτεκτονικό γραφείο, μια καλή δουλειά και ενα όμορφο διαμέρισμα με ωραία φωτιστικά. Φωτίζω εμένα και τη μοναξιά μου. Την εβδομάδα που έρχεσαι Βερολίνο μπορούμε να βρεθούμε. Θάναι για μένα μια αλλαγή, μια ανανέωση. Πές μου που μένεις να κανονίσω.

Και όταν η γάτα κάνει τη ζημιά, μετά φεύγει συνήθως φοβισμένη και ένοχη. Για λίγο όμως. Για να χώσει την περίεργη μύτη της αλλού, να ψάξει, να εξερευνήσει, να δοκιμάσει. Περίεργο ζώο η γάτα. Χαμηλοβλεπούσα, περίεργη και ζημιάρα. Ρισκάρει το τομάρι και τη ζωή της για ενα πάθος. Ανασκουμπώθηκε και απάντησε στο email. Εμενε στο ξενοδοχείο τάδε.

Παραβίαζε όλες του τις αρχές. Αρχή πρώτη, μη κοιτάς ποτέ πίσω. Το παρελθόν είναι χρήσιμο μόνον στους ιστορικούς και τους λογοτέχνες. Μα κάτι στο μυαλό του έσβηνε ακαριαία τις σκέψεις του. Ηθελε να γυρίσει για λίγο πίσω. Να μάθει και να δεί. Τι θα γινόνταν ίσως αν έσπρωχνε λίγο τα πράγματα. Οπως η γάτα. Δοκιμές, ρίσκα και πειραματισμοί. Κατέβηκε αργά στο λόμπυ του ξενοδοχείου.

Και τώρα που η γάτα έχωνε τη μύτη της σε θανατηφόρα χημικά, πώς ακριβώς θα γλύτωνε; Προσπάθησε να αναπολήσει την καλύτερή της ανάμνηση. Αγαπούσε τα πολύχρωμα φουλάρια, μαλλιά μακριά μέχρι τη μέση, μπλουτζήν φθαρμένα με μπότες, περίεργα καπελίνα και μακριά πανωφόρια. Την είχε ακριβώς μπροστά του.

Ξέχασε ξαφνικά τη φράση που είχε προετοιμάσει. Ενοιωσε μονάχα μια ανείπωτη και απρόσμενη χαρά. Χάνοντας τη φωνή του, στάθηκε όρθιος και ανοιξε διάπλατα τα χέρια του. Εκείνη ανταποκρίθηκε με τον ίδιο τρόπο. Εμειναν για ώρα σιωπηλοί.

Η γάτα όταν πεινάει νιαουρίζει. Αλλά στέκεται εκεί, υπομονετικά, και περιμένει το φαγητό της. Υποκριτικά αδιάφορη. Σαν να μην ζητάει τίποτα. Ενώ στην πραγματικότητα τα θέλει όλα. Η περιέργια σκοτώνει τη γάτα, ήταν η σκέψη που έφερε ένοχα στο νού του. Αλλά η γάτα είναι όπως λένε και επτάψυχη. Ακόμα κι αν έχανε μια ζωή, δικαιολογήθηκε, θα είχε ακόμα άλλες έξι...

Tuesday, August 16, 2011

Η Βίβλος επιστρέφει

Στο εισαγωγικό της τηλεοπτικής εκπομπής, μια ομάδα Ρεπουμπλικανών εμφανίζεται να τραγουδάει με ενθουσιασμό θρησκευτικά τραγούδια στο Χρηματιστήριο. Είναι μια αμιγώς αμερικανική σκηνή. "Ευλογούν" το Χρηματιστήριο για να ανέβει. Στο τέλος του τραγουδιού, μέσα σε κονφετί, αναδυόμενα μπαλόνια και μια ατμόσφαιρα ανάτασης, το καμπανάκι της αίθουσας σημαίνει την έναρξη της οικονομικής ημέρας. Το ευλογημένο Χρηματιστήριο αρχίζει τώρα τις διεθνείς συναλλαγές.

Ακολουθεί μια ομάδα διαμαρτυρομένων πολιτών σε ενα μπαράζ δηλητηριωδών δηλώσεων κατά του προέδρου Ομπάμα που κατέστρεψε την Αμερική με τον σοσιαλισμό του. Οι δυστυχείς αναξιοπαθούντες δηλώνουν άνεργοι απο το 2008. Ποτέ κάτι τέτοιο δεν έγινε στην ευλογημένη χώρα. Ο πρόεδρος δεν έχει κάνει τίποτα για να μειωθεί η ανεργία που έχει κολλήσει στο 10%. Οι μόνες δουλειές που απέμειναν είναι στο τοπικό Mac Donalds. Mac Jobs. Και τώρα, αν είναι δυνατόν, η δεξαμενή του πλούτου της χώρας, τα κρατικά ομόλογα του Federal Reserve υποβιβάζονται κι αυτά για πρώτη φορά στην Ιστορία της. Αυτός ο πρόεδρος πρέπει επειγόντως να φύγει. Τη σωτηρία της χώρας θα την αναλάβουν οι Ρεπουμπλικανοί.

Ακολουθούν νέες ωδές για την ιστορική μοναδικότητα της Αμερικής, το πόσο απαραίτητη είναι στον κόσμο, την αναμφισβήτιμη ανάγκη να οδηγεί την ανθρωπότητα. Ακολουθεί κατόπιν και το νέο νούμερο του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. Η Μισέλ. Με μια κραυγή ξεκάθαρη. Η πιο λαμπρή και ευλογημένη χώρα βρίσκεται σε παρακμή. Μπροστά στο εκστασιασμένο κοινό που φαίνεται να περιμένει τον επόμενο Μεσσία, ανακοινώνει πως ο ίδιος ο Θεός, αυτοπροσώπως, της ζήτησε να πολιτευθεί. Ενα εσωτερικό νοητό και πνευματικό κάλεσμα. Για να σώσει την πατρίδα. Η Μισέλ, όπως και εκατομμύρια άλλοι αμερικανοί, "θέλουν πίσω την Αμερική τους".

Το τρίπτυχο της επιτυχίας για τη χώρα είναι η επιστροφή στην οικογένεια, στις παραδοσιακές αξίες και στον Θεό, δηλώνει το νέο ρεπουμπλικανικό υπερνούμερο. Δεν χρειαζόμαστε περισσότερη κυβέρνηση, χρειαζόμαστε πιο πολύ Θεό. Η χώρα βρίσκεται σε λάθος δρόμο, η κυβέρνηση δεν αφήνει τους πλούσιους να επενδύσουν τα λεφτά τους. Εκατομμύρια κηφήνες ζούν απο την κυβέρνηση. Κάτω οι φτωχοί, κάτω οι φορολογίες στα υψηλά εισοδήματα, κάτω οι παροχές, κάτω οι γάμοι των ομοφιλοφίλων, κάτω η ιατρική του Ομπάμα, κάτω η διδασκαλία της θεωρίας του Δαρβίνου, αμβλώσεις, εκτρώσεις και άλλα αντιαμερικανικά. Επιστροφή στην παραγωγική Αμερική του 70. Καλές δουλειές για όλους. Καλά Χρηματιστήρια και υπερκέρδη. Ηθική, Θεός και Καπιταλισμός, το γνωστο προτεσταντικό σύνδρομο. Τώρα σε νέα συσκευασία για τις εκλογές. Η Βίβλος επιστρέφει. Είναι το δεύτερο φετινό ταξίδι μου στον Νότο. Μια κατάβαση στον Αδη.

To τί φιλοδοξεί να μας κυβερνήσει μελλοντικά είναι πλέον πέραν του γραφικού. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα που θα ρίξει τον Ομπάμα έχει οπλοστάσιό του την απόλυτη αλήθεια του Θεού, την αγγλοσαγωνική θεώρηση του κόσμου, της εργασίας και της νομοταγούς ηθικής, και μια απέραντη νοσταλγικότητα για τις παλιές εποχές που χάθηκαν. Οσοι δεν συμφωνούν είναι εχθροί. Αντιαμερικανοί. Την εποχή της παρακμής, οι νοσταλγοί κατέφτασαν πρώτοι στη συγκέντρωση με οπλοστάσιο τη Βίβλο. Και Βίβλος σημαίνει απόλυτη αλήθεια. Το νέο κόμμα που πιθανότατα να σαρώσει τον Ομπάμα στις επόμενες εκλογές, έχει πολλά κοινά στοιχεία ιδεολογίας, στελέχωσης, οργάνωσης, συμπεριφοράς και προπαγάνδας με το γερμανικό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα του Αδόλφου. Και μια βάση ψηφοφόρων που ανέρχεται σε δεκάδες εκατομμύρια.

Βγαίνω στον δρόμο για την βραδινη μου βόλτα. Τελευταίο ταξίδι μου, αποφασίζω, στην περιοχή της Βίβλου. Η συμπαθητική πολιτεία που με φιλοξενεί δεν πάει και αυτή καλά. Ωρα να φεύγω. Ας τους αφήσω κι αυτούς στην ησυχία τους. Ούτε στην κουλτούρα τους ανήκω, ούτε στην ψυχοσύνθεσή τους. Ναί, ο καθένας έχει δικαίωμα σε κάποιο όνειρο, ακόμα και σε κάποια ουτοπία. Αλλά εγώ έχω γεννηθεί στα Βαλκάνια και απο παραμύθι έχω μπουχτίσει. Εχω φάει τόσο λοβιτούρα, διαπλοκή, Πασόκ, ΝΔ και ΚΚΕ στη μάπα που τί να πάρω απο τη φουκαριάρα τη Μισέλ. Τί θεωρία να αγοράσω απο σένα κούκλα μου; Είναι σαν να πολιτεύεται ο Ανθιμος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Να το πάτε μέχρι το τέλος παιδιά. Mε Κίνες, outsourcing, παράγωγα, σπεκουλαδόρους, δανεικά και υπερκατανάλωση. Μην αλλάξετε τίποτα. Οπως και στην Ελλάδα. Αφού ο αληθινός κόσμος δεν χωράει τη θεωρία σας, φτιάξτε μια θεωρία για να χωρέσετε τον κόσμο. Με το ζόρι. Δεν είστε βέβαια οι μόνοι. Αλλωστε απο σάς έμαθαν και οι άλλοι.

Και εγώ, σε ποιό σχήμα χωράω, και με ποιούς να προχωρήσω; Ποια ερμηνεία του κόσμου να δεχθώ και ποιανού Επανάσταση; Τί ακριβώς να κάνω την επόμενη μέρα; Τεράστια ιδεολογικά σχήματα με κυνηγούν να με συνθλίψουν. Απο όλες τις κρίσεις αυτού του κόσμου έχω προσωπικά χάσει κάτι. Λεφτά, εργασία, ασφάλεια, αξιοπρέπεια. Ασε Μισέλ, θα μείνω στα δικά μου. Υπάρχω ακόμα γιατί εχω ήδη διεθνοποιηθεί. None of my business, καταλήγω. My business is the world. Next project please.

-------------------
Ακουσα τελευταία σε μια εκπομπή του Σκάϊ, τον κ. Αθ. Βερέμη να εκφράζει την άποψη πως το μόνο αμερικανικό στοιχείο που επέλεξε να φέρει ο Αντρέας Παπανδρέου απο την Αμερική ήταν ο λαϊκισμός. Ο λαϊκισμός είναι η ενδυνάμωση του μικρού, είπε ο κ. Βερέμης. Νομίζω πως συμφωνώ μαζί του. Πέραν των Αμερικανών Founding Fathers που ήταν αριστοκράτες, φιλόσοφοι και είχαν ισχυρή ιστορική αντίληψη, η Αμερική έχει διαπρέψει ιστορικά σε παραγωγή λαϊκιστών. Η Μισέλ είναι ενα ακόμα λαμπρό παράδειγμα προς λαϊκή εκτόνωση και εσωτερική κατανάλωση. Και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα κάτι σαν αμερικανικό Πασόκ.


Sunday, July 31, 2011

O μελισσοκόμος

O κυρ Αναστάσης μοχθούσε στη γή απο γεννησημιού του. Ηλιοκαμμένος και ρυτιδιασμένος απο τον κάματο της καπνοκαλλιέργιας, λαδάς και χωραφάς, έκανε θόρυβο στη γειτονιά κάθε που ερχόνταν σπίτι του με το ετοιμόροπο τρακτέρ που τον βόλευε απίστευτα στις χίλιες γεωργικές και άλλες δουλειές του.

Μεταξύ άλλων, ήταν και μελισσοκόμος. Είχε τα μελίσσια στην ταράτσα του σπιτιού του, θέα σε όλη τη γειτονιά. Μια φορα το χρόνο, αγοράζαμε οικογενειακά απ' αυτόν το θεϊκό νέκταρ. Για χρόνια, φεύγοντας απο τη γενέτειρα, κουβάλαγα μαζί μου στη ζούλα τριμμένες ρήγανες του βουνού και το μέλι του κυρ Αναστάση. Είχα απο χρόνια αποφασίσει πως ό,τι και αν πρόσφερε η Αμερική, το μέλι του κυρ Αναστάση δεν το είχε.

Μα γίνεται νάχεις αμολημένα τα μελίσσια μέσα στη γειτονιά κυρ Αναστάση, τον ρώτησα κάποτε σε ενα ταξίδι μου. "Ακου αμερικάνε", μου απαντούσε εκείνος, "εσύ στις δουλειές σου και εγώ στα μελίσσια μου. Ξέρω εγώ τί κάνω. Κουμαντάρω το μελίσσι μου όπως πρέπει".

Ο κυρ Αναστάσης έπινε συχνά και κανα τσίπουρο, πλακωνόνταν μετά στα κοντοσούβλια και τις χωριάτικες σαλάτες, και γέμιζε η γειτονιά με τραγούδια ρεμπέτικα, ταβερνίσια και της φυλακής. Εμαθα αργότερα πως ο κυρ Αναστάσης ήταν και συναγωνιστής, είχε μάλιστα κάνει και εξορίες. Καθώς τον προσέγγισα για να τον ρωτήσω κάμποσα απο εκείνη την περίοδο, τον βρήκα μάλλον απόμακρο και άπαθή. "Ασε ρε Αμερικάνε, τί να λέμε τώρα", έλεγε ο κυρ Αναστάσης. "Κοιτάξτε εσείς οι νεότεροι να ανοίξετε τα μάτια σας, γιατί εμείς κοντεύουμε να κλείσουμε τα δικά μας". Μάλλον δεν θα συμπαθούσε και πολύ τους "αμερικανούς" ο κυρ Αναστάσης, είχα τελικά αποφασίσει, και έτσι δεν τον ενοχλούσα και πολύ. Συνέχιζα βέβαια να αγοράζω το μέλι του.

Κάποτε σε ενα ταξίδι μου, καθώς πήγα ξανά να τον ρωτήσω για τα μέλια του, ο κυρ Αναστάσης με τράβηξε με τρόπο κάτω απο τον ίσκιο της κλιματαριάς, και με κόπο ξεστόμισε την απορία του. "Να πάρω Χρηματιστήριο ρε αμερικάνε, εσύ που ξέρεις, ή να μην πάρω;" Εκείνο το "εσύ που ξέρεις" με σκότωσε. Και απο πού ξέρω εγώ κυρ Αναστάση, τον ρώτησα. "Ε, απο Αμερική έρχεσαι", απάντησε εκείνος "Οσο νάναι, όλο και κάτι θάχεις ακουστά".

Τον κατσάδιασα ελαφρώς. Τί χρηματιστήρια ακούω κυρ Αναστάση, τον φώναξα, γιατί δεν κάθεσαι στ' αυγά σου; Φούσκα είναι λόγω επικείμενης εισόδου στο ευρώ, του είχα πεί. Τί δουλειά έχεις εσύ με τέτοια πράγματα; "Ξέρω γώ ρε παιδί", δικαιολογήθηκε απλοϊκά εκείνος. "Μην είναι καλά για τα παιδιά. Ξέρεις πόσα έκανε ο έτσι, ο αμόρφωτος; Μπήκε μέσα με 8 εκατομμύρια και τώρα είναι στα πενήντα".

"Και δε δε μου λές ρε αμερικάνε, με ξαναρώτησε συνομωτικά. Τί είναι αυτό το ευρώ που όλοι μελετάνε; Είναι καλό πράγμα; Να πάρω λές και εγώ μερικά για τα παιδιά;"

Δεν τον κορόιδεψα για την απλοϊκότητά του, αντίθετα ένοιωσα πως ξαφνικά είχε αναβαθμιστεί η "αμερικανική" εικόνα μου, και του εξήγησα ό,τι μπορούσα. Με άκουσε προσεκτικά, πρώτη φορά απο τότε που ήμουνα παιδί. Μάλλον θα του άρεσαν όσα του εξηγούσα, τα καταλάβαινε. Στο τέλος με κάλεσε και για τσίπουρο. Ηταν μια μεγάλη ώρα. "Α ρε αμερικάνε", αναφώνησε. "Ετσι είναι; Και γιατί τότε ρε μικρέ δεν τα εξηγούν απλά και στην τηλεόραση για να τα καταλαβαίνει ο κόσμος;"

Πέρασε καιρός απο τότες, και η Ευρώπη αποφάσισε πως οι Αναστάσηδες της Ελλάδας δεν μπορούσαν να έχουν τα μελίσσια τους ανοιχτά στη γειτονιά. Και έτσι μια μέρα, δια νόμου, η πολύχρονη ενασχόληση του κυρ Αναστάση πήρε ενα δραματικό τέλος. "Πού να τα πάω ρέ αμερικάνε τόσα μελίσσια", αναφώνησε αγανακτισμένος. "Αφού δεν έχω ούτε γής, ούτε χωράφια. Με κλείσανε μικρέ, να το θυμάσαι, εμένα που δεν πείραξα ποτέ κανέναν".

Ακολούθησε κατακλυσμός αλλαγών και εξελίξεων. Χρεωκοπία, ελλείματα, Μνημόνια και Μεσοπρόθεσμα, spreads και μονάδες βάσεις. Ο απλοϊκός κόσμος του κυρ Αναστάση βούλιαξε μέσα σε ενα δαίδαλο απο νέους ακαταλαβίστικους όρους ενος καινούργιου και άγνωστου κόσμου Τί να καταλάβει ο κυρ Αναστάσης πια απο την καινούργια Ελλάδα; Οίκοι αξιολόγησης, ασφάλιστρα κινδύνου, κερδοσκόποι, πακέτα σωτηρίας.

Το πράμα αγρίεψε. Θα είναι "εθελοντική" η χρεωκοπία η "ελεγχόμενη"; Απο μπροστά ή απο πίσω το κούρεμα; Θα γίνει επιμήκυνση και σταδιακό re-profiling; Θα συμμετάσχουν οι ιδιώτες ή όχι; Θα μας εγγυηθεί η Ευρωπαϊκή τράπεζα τα ομόλογα ή όχι; Θα ανακάμψει επιτέλους η αξιοπιστία της χώρας και η πιστοληπτική της ικανότητα; Τί θέση να πάρει πια ο φουκαράς ο κυρ Αναστάσης στο ζήτημα της "εθελοντικής διακράτησης ομολόγων με συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών";

Και όπως η Ελλάδα έχει πια μουδιάσει γιατί κανείς πλέον δεν κατανοεί τίποτα, μούδιασα και εγώ όταν πληροφορήθηκα στο τηλέφωνο πως ο κυρ Αναστάσης ξαφνικά πέθανε. Το απλοϊκό και αγνό ανθρωπάκι της γειτονιάς μου, ο μάστορας μελισσοκόμος μας, δεν υπάρχει πιά. Χάθηκαν για πάντα τα υπέροχα μελίσσια του.

Και ξαφνικά, έκανα και εγώ μια απλοϊκή σκέψη, κατα τα πρότυπα της τίμιας και εργατικής τάξης που αντιπροσώπευε όλη του τη ζωή ο κυρ Αναστάσης. Και καλά ρε παιδιά, ακόμα κι άν όλα αυτά γίνουν κάποτε κατανοητά, ακόμα κι αν είναι αναγκαία, τώρα που χάθηκε ο κυρ Αναστάσης και τα μελίσσια του για πάντα, στον νέο και υπέροχο κόσμο της αυριανής Ελλάδας, ποιός ρε πούστη μου θα συνεχίσει να βγάζει τέλος πάντων καλό μέλι στο Αγρίνιο;

Sunday, July 17, 2011

Μέρες μοναξιάς

Στις μακρινές πολιτείες του Νότου, υγρασία, απέραντα λιβάδια, ανεμοστρόβιλοι και μια ατέλειωτη απεραντοσύνη ενώνονται σε εναν απέραντο πνιγμό. Την καλοκαιρινή περίοδο, μέρος της γής φουντώνει άγρια και άναρχα φέρνοντας μαζί της και την φτερωτή μεξικανική ακρίδα. Αδύνατον να κοιμηθείς τα βράδια.

Απο το παράθυρο βλέπω το μικρό μπαράκι. Ξύλινο, σκοτεινό, με κάποια κόκκινα διαφημιστικά φώτα. Ανασπουμπώνομαι. Στην ηρεμία της νύχτας, ακούγεται ο μουσικός λυγμός μιας αργής και αυτοσχέδιας μουσικής. Η μουσική του νότου. Απο τα γενοφάσκια της. Η μόνη αμερικανική μουσική με αληθινούς στίχους που περιγράφουν ανθρώπινες ιστορίες. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και ανοίγω την πόρτα. Χάνομαι στο σκοτεινό χώρο.

Σαν απο νουβέλα του Ουίλλιαμ Φώκνερ, οι φάτσες του μπάρ είναι κι αυτές φτωχικές και εικονικές καρικατούρες του ληθαργικού νότου. Κάθομαι στην άκρη του μπάρ. Ζεσταίνομαι και υποφέρω απο μοναξιά. Πνίγομαι. Η μοναξιά είναι αρρώστια ξέρετε. Για καιρό με συνοδεύει συντροφικά και μου δίνει έμπνευση και δημιουργικότητα. Απόψε όμως με τσακίζει. Κουρασμένος κατεβάζω μια κρύα μπύρα.

Η κοπέλα του μπάρ είναι μια όαση ομορφιάς ανάμεσα σε εναν πανάσχημο κόσμο. Εχει χρόνο για όλους. Για μια μικρή συζήτηση. Η μουσική μ' έφερε εδώ, της εκμυστηρεύομαι. Την άκουγα μέσα στην νύχτα απο το απέναντι ξενοδοχείο. Είναι μια πανέμορφη μουσική. Για να την καταλάβεις, πρέπει να μυρίσεις τη μοναξιά του Νότου. Να νοιώσεις πάνω σου την υγρασία και την πλήξη του τοπίου. Να αφουγκραστείς το απέραντο επαρχιακό τοπίο που σε καλεί σε ενα όνειρο φυγής. Αλήθεια, σκέφτηκα, τί ακριβώς κράτησε εδώ τους πρώτους έποικους που έκαναν αυτόν τον απέραντο βάλτο πατρίδα;

Είμαι απο την Ελλάδα, της απαντώ. Την έχετε ακουστά; Είναι μια μακρινή πατρίδα. Μα ναί, μου απαντάει εκείνη και μου δείχνει μια αφίσα της Ακρόπολης στον απέναντι τοίχο. Το μαγαζί ανήκει στον κύριο Σάκη. Μας μιλάει συχνά για την Ελλάδα. Για τα βουνά της και τις όμορφες θάλασσές της. Ελαφρά ζαλισμένος υποθέτω, αφήνω πρίν φύγω ενα σημείωμα στην κοπέλα για τον κύριο Σάκη. "Κύριε Σάκη θα χαρώ να σας γνωρίσω. Μένω στο απέναντι ξενοδοχείο. Μάκης."

Απέραντες μέρες μοναξιάς τούτο το καλοκαίρι. Η υγρασία επιστρέφει ανελέητα κάθε νύχτα. Κουρασμένος και με μια πνιγερή αίσθηση μοναξιάς, παρατηρώ ξανά το μπαράκι απο το παράθυρο του ξενοδοχείου. Η μουσική με επισκέπτεται και πάλι. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και μπαίνω ξανά στο μικρό μπαράκι.

Πολλά απο τα παιδιά του σχολείου μου έχουν ήδη φύγει, μου λέει απόψε η κοπέλα. Για τις μεγάλες πόλεις, την όμορφη Καλιφόρνια, την ανατολική ακτή. Και όπου υπάρχουν δουλειές.Άλλά εγώ δεν μπορώ και δεν θέλω να φύγω, μου εκμυστηρεύεται. Αγαπώ αυτόν τον τόπο. Εδώ είναι όλες οι αναμνήσεις μου. Και αυτή η μουσική που σας αρέσει. Η μουσική ξέρετε, καθορίζει την πατρίδα.

Μια κρύα μπύρα για να περάσει η βραδιά. Η περιθωριακή μουσική συνεχίζει νωχελικά. Σε αυθυποβάλει. Μέσα στη σκοτεινιά του μπάρ, μια φιγούρα ξεγλυστρά και κάθεται δίπλα μου. Ο μεσήλικας κύριος με τις βαθιές ρυτίδες και τα επαρχιακά εργατικά ρούχα με κοιτάει για λίγο επίμονα. Κατόπιν μου κάνει νόημα να τον ακολουθήσω. Στο πίσω μέρος του μπάρ, μπαίνουμε σε ενα μικρό γραφειάκι. Μαζεύει μερικά πράγματα απο γύρω του, και κατόπιν μου απευθύνει τον λόγο.

"Ο κύριος Μάκης;" Και καθώς του απαντώ καταφατικά, προτείνοντας με το ένα του χέρι ενα cd και με το άλλο ενα μπουκάλι, μου δείχνει την καρέκλα του γραφείου του. "Παρακαλώ, καθήστε κύριε Μάκη. Εχω καλό κρασί και Μάρκο Βαμβακάρη..."

Friday, July 15, 2011

Booze City

Η εταιρία ήταν γενναιόδωρη. Κάθε σάββατο βράδυ, μετά τη δουλειά, όλο το εργατικό προσωπικό μαζεύονταν στο απέναντι μπαράκι. Αντρες και γυναίκες. Τα παιδιά των Πωλήσεων πρωταγωνιστούσαν στην κρεπάλη. Ο Φίλιπ, που κάπνιζε αδιάκοπα και μιλούσε μια ακατάληπτη Λονδρέζικη γλώσσα γεμάτη ιδιωματισμούς και πολλές βρισιές, με πήρε υπο την προστασία του. Καθισμένοι στα ξύλινα τραπέζια ακούγοντας σκληρό λονδρέζικο ρόκ (μια απίθανα θυμωμένη μουσική), τα pints πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα. Κάποια στιγμή, ουραγός στην υπερπροσπάθεια, αντίκρυσα μπροστά μου, άθικτα, τέσσερα ακόμα pints μπύρας. Ο Φίλιπ και το γκρούπ της εταιρίας χοροπηδούσε, κάπνιζε και χειρονομούσε. Come on man, what the fuck...

Oι ημισοβαρές κοπέλες του γραφείου άρχισαν να ξεσαλώνουν άγρια. Ρούχα άρχισαν να βγαίνουν, ζητωκραυγές και σεξουαλικά υπονοούμενα. Ο Φίλιπ που κάπνιζε αδιάκοπα, άρχισε τώρα να σβήνει τα τσιγάρα πάνω στη μοκέτα του μπάρ. Τα δικά μου άθικτα pints έγιναν τώρα πέντε. Στράφηκα στο μόνο άτομο που έβλεπα νορμάλ στο τραπέζι. Η Σαμπίνα, ολλανδέζα της Αγγλίας ήταν η μόνη που δεν έπινε. Μετά απο κάποια συζήτηση μαζί της, της πρότεινα να πάμε για Ινδικό φαγητό. Ετσι κι αλλιώς κανένας αλλος δεν είχε διάθεση για φαγητό. Ενα φτηνό μεθύσι μπύρας έψαχναν. Λονδίνο, σκυλάδικο Σαββάτο.

Το ινδικό φαγητό ήταν υπέροχο. Καλά που υπάρχουν και οι ξένοι στην Αγγλία σκέφτηκα. Τί θα έτρωγαν αλλιώς οι Αγγλοι; Τί είδος κουζίνας θα είχαν; Η παρέα με την Σαμπίνα επίσης υπέροχη. Επρεπε να αφήσουμε το γκρούπ, μου είπε. Ενας Θεός ξέρει τί θα βρούμε επιστρέφοντας.

Το πρώτο πράγμα που αντικρύσαμε επιστρέφοντας ήταν το φορτηγάκι της κινητής κάμερας CCTV, και την αστυνομία να ψάχνει σωματικά τον ημιθανή Φίλιπ ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο. Εμετοί, αίματα και κάτουρα κοσμούσαν το πεζοδρόμιο. Το γκρούπ της εταιρίας είχε προφανώς μεθύσει και είχε πλακωθεί στις γρήγορες με ενα άλλο γκρούπ. Σκισμένα ρούχα, σακάκια πεταμένα στα λασπόνερα, γραβάτες μιξιασμένες, μερικά μονά και έρημα παπούτσια. Μερικοί ήταν ακόμα μέσα, ενας ξαπλωμένος στο πάτωμα, ένας αλλος αγνοούνταν στην τουαλέτα απο ώρα, άλλοι έπιναν ακόμα και χαχάνιζαν ημίγυμνοι. Πάνω απο πέντε εργαζόμενοι της εταιρίας δεν φορούσαν πια πουκάμισα.

Δώδεκα και 15' μετα τα μεσάνυχτα, το τελευταίο τρένο απο το κεντρικό Λονδίνο. Ενας ολόκληρος στρατός ημιθανών λεχρίτων, με βρωμερά και τσαλακωμένα ρούχα, φτύνοντας, παραπατώντας και τρικλίζοντας κατεύφθαναν στο σταθμό του τρένου. Καθ' οδόν, άλλοι έπεφταν απο τη σούρα, άλλοι κατουρούσαν στο κενό για αποσυμφόρηση. Στο βαγόνι η ίδια σκηνή. Μια κοπέλα με χιλιοτραβηγμένα ρούχα άνοιγε που και που την μπλούζα της σε μια ομάδα νεαρών. Εκείνοι ούρλιαζαν και χασκογελούσαν. Ενας πιτσιρικάς σηκώθηκε και της έδειξε τα γεννητικά του όργανα. "Μην την αγγίζεις!" φώναξε ενας τρίτος. "Εχει σύφιλη". Με τις ιαχές των βαρβάρων, έφτασα τελικά τον σταθμό του Richmond.

Περπατώντας προς το ξενοδοχείο, πέρασα πάνω απο τρείς ημιθανείς νεαρούς. Θα τους μάζευε το booze bus, πληροφορήθηκα, το λεωφορειάκι του δήμου που βγαίνει για να μαζέψει τις απώλειες του σαββατοκύριακου. Μπαίνοντας ανακουφισμένος στο χώρο του ξενοδοχείου, πέφτω πάνω στον μπάρμαν. "Μήπως θέλετε μια ακόμα μπύρα;" - με ρώτησε. "Ξέρετε, ο νόμος άλλαξε και τώρα μπορείτε να πιείτε όσο μπορείτε μέσα στο ξενοδοχείο. Τέρμα η παραδοσιακή τυραννία των εντεκάμιση..."

Monday, April 25, 2011

Oρμή αδρεναλίνης

Ξυπνούσα πάντα ξημερώματα για να αγναντέψω τη θάλασσα. Ηταν μια στιγμή μαγείας. Ο ωκεανός έφτανε ήρεμος στα πόδια του ξενοδοχείου, μια ελαφριά αύρα με δρόσιζε ηδονικά. Το δωμάτιο γωνιακό, κοιτούσε απο τις δύο μεριές της πόλης. Απο μπροστά η ανοιχτή και απέραντη θάλασσα. Απο πίσω τα τροπικά βουνά, καταπράσινα και με πυκνή βλάστηση. Οπως τα έβλεπα κάποτε στην τηλεόραση, πριν ποτέ μου φανταστώ πως θα πάταγα το πόδι μου εδώ. Ενα πανέμορφο νησί χαμένο μέσα στον απέραντο ωκεανό.

Καθώς η μέρα χάραζε, πάνω στον μακρινό ορίζοντα, μίλια απο την ακτή, τους έβλεπα να περιμένουν υπομονετικά το κύμα καθισμένοι πάνω στα surfing boards. Το κύμα θα τους έπαιρνε ώρες αργότερα, όταν ο ωκεανός θα αγρίευε και θα φούσκωνε, και θα τους ξέβραζε στην παραλία με μια ορμή αδρεναλίνης, 100 μίλια την ώρα. Με τον τηλεφακό της μηχανής τους διέκρινα σε μικρές ομάδες, κοντά ο ένας με τον άλλον, να χειρονομούν και να κουβεντιάζουν. Αναρωτιόμουνα πως τα κατάφεραν και έφτασαν μέχρι εκεί, τόσο μακριά απο την ακτή, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Αναρωτιόμουνα και για τους καρχαρίες της ανοιχτής θάλασσας.

Ποτέ δεν είδα την τελική τους κούρσα. Εφευγα κατόπιν για τη δουλειά. Αντε τώρα να δουλέψεις μέσα σε ενα δαίδαλο απο ημιφωτισμένα mainframes, και περιστοιχισμένος απο ομάδες security. Με τι καρδιά να παράγεις στους τροπικούς, ξέροντας πως ενώ εσύ έφτιαχνες το τηλεφωνικό δίκτυο της χώρας, οι άλλοι έχασκαν αμέριμνα κάτω απο τους φοίνικες, καταναλώνοντας αλατισμένες μαργαρίτες και μάϊ-τάϊ ανάμεσα σε αιθέριες ημίγυμνες υπάρξεις που λιάζονταν προκλητικά στη καυτή εξωτική άμμο...

Sunday, April 10, 2011

Μια ιατρική επίσκεψη

Τον μήνα Σεπτέμβριο είχα ενα μικρό ατύχημα και επισκέφτηκα εναν ορθοπεδικό. Ενα μήνα αργότερα ακολούθησε μία αλλη επισκεψη σε κάποιον χειρούργο, του οποίου τη γνώμη ήθελα για κάτι το προσωπικό μου. Ακολούθησε κατόπιν μια τρίτη επίσκεψη σε εναν οφθαλμίατρο, που την κάνω κάθε χρόνο.

Και αρχές Απριλίου είχα την ετήσια επίσκεψη με τον οικογενειακό γιατρό μου, εκείνον δηλαδή που έχω επιλέξει να παρακολουθεί τα πάντα στην υγεία μου, ο κεντρικός σχεδιαστής και σύμβουλος που έχει μια συνολική εικόνα όλης της ιατρικής μου ιστορίας. Εκατσε λοιπόν απέναντί μου με ενα μικρό κομπιουτεράκι σαν κι αυτό της φωτογραφίας, και μέσα απο τη μικρή οθόνη, έφερε στην επιφάνεια τρία αρχεία σε μορφή Word, που περιείχαν τις ηλεκτρονικές σημειώσεις του ορθοπεδικού, του χειρούργου και του οφθαλμίατρου που είχα δεί στο παρελθόν. Και οι τρείς αυτοί γιατροί, μετά την επίσκεψή μου, έκατσαν ο καθένας ξεχωριστά και έγραψαν μια περίληψη της ιατρικής μου επίσκεψης, η οποία πέρασε ηλεκτρονικά σε κάποια βάση δεδομένων και έγινε μέρος του ιατρικού ιστορικού μου. Ο ένας είχε μια σελίδα σημειώσεις, ο άλλος δύο παραγράφους, ο τρίτος μια μικρή υποσημείωση.

Στο σύστημα εμφανίστηκαν επίσης οι εξετάσεις του εργαστηρίου που είχαν γίνει μια εβδομάδα νωρίτερα, απο τις οποίες ο γιατρός έβλεπε διάφορους δείκτες σε περιεκτικότητες που τον ενδιάφεραν. Χοληστερίνη γλυκόζη, κλπ. Εχοντας έτσι μια πληρη εικόνα της υγείας του ασθενούς του, μου μίλησε κατόπιν για ό,τι με ενδιέφερε, και προχώρησε σε μια φαρμακευτική αγωγή. Στο σύστημα εμφανίστηκαν τα φάρμακα που έπαιρνα εκείνη τη στιγμή, και πάνω σ' αυτά, ο γιατρός έκανε κάποιες διορθώσεις και πληκτρολόγησε και εκείνος κάποιες σημειώσεις στο σύστημα.

Οι ηλεκτρονικές του συνταγές πέρασαν αυτοματα στη βάση δεδομένων του συστήματος συνταγογράφησης που υπάρχει απο χρόνια, και που έχει όλο το ιστορικό μου. Τα φάρμακα θα τα έπαιρνα απο το τοπικό μου φαρμακείο το οποίο ειδοποιήθηκε επίσης ηλεκτρονικά. Στο τέλος της επίσκεψης, ο γιατρός τύπωσε τρείς σελίδες που περιείχαν μια περίληψη της ιατρικής μου κατάστασης, τα φάρμακα που έπαιρνα, και τις συμβουλές του. Η επίσκεψη τελείωσε.

Πριν την έξοδο, είδα κάποια γραμματέα. Εκείνη είδε στο σύστημα τα ραντεβου που μου πρότεινε για το μέλλον ο γιατρός μου, και έκλεισε ηλεκτρονικά τις ημερομηνίες. Στο τέλος, ηλεκτρονικά επίσης, προσκόμησε και στην ιατρική μου ασφάλεια την ιατρική επίσκεψη του γιατρού που με είδε. Εκείνος θα πληρωθεί έτσι ηλεκτρονικά, εγώ δε θα πάρω ταχυδρομικά στο σπίτι μου την απόδειξη με το τι με χρέωσε. Ο γιατρός μου ήταν και παραμένει μόνον γιατρός μου. Μαζί του δεν είχα ποτέ μου καμμία οικονομική συναλλαγή...

Sunday, March 20, 2011

Στα όρια του κόσμου



Φρανσίσκο Καμάτσο αγαπητέ μου, Ντόν Καμάτσο αν προτιμάτε, είπε ο καινούργιος του γείτονας, ο πρώτος που τον επισκέφτηκε απο τη μέρα που έφτασε στο νησί. Δουλεύω στην εφημερίδα, ξέρετε. Να με διαβάσετε. Αφηγούμαι εκεί ιστορίες που εφευρίσκω την προηγούμενη μέρα. Γυναίκες που απατούν τους άντρες τους, τυχοδιώκτες που φτάνουν στην ακτή αυτής της γής, άγριες δολοφονίες και μυστήρια, περιγράφω τέλειες ζωές αλλά και απόλυτες δυστυχίες, αποδράσεις απο φυλακές, μάχες και έρωτες. Στο δημαρχείo της πόλης, στα παλιά σκονισμένα αρχεία που κανείς πλέον δεν επισκέπτεται, απο εκεί παίρνω τις ιστορίες μου. Και τις διασκευάζω κατα τις επιθυμίες μου. Τεράστια η απήχηση. Εχετε και εσείς κάποια ιστορία, υποθέτω. Θα θέλατε να γράψω ένα ωραίο άρθρο για σας;

Ανοιξε τα παράθυρα και ο ήλιος και η μυρωδιά της θάλασσας πλημμύρισε το σπίτι. Ηταν στον παράδεισο. Μια λουλουδιασμένη γή απλώνονταν απο την ακτή μέχρι την κορυφή των βουνών, απο την απεραντοσύνη της θάλασσας μέχρι τον ουρανό. Ηταν άγνωστος ανάμεσα σε αγνώστους, ευτυχισμένος και εκστασιασμένος. Θα χανόνταν σε μια καινούργια ζωή, θα άλλαζε συνήθειες, όνειρα και συνείδηση. Ισως,σκέφτηκε, να άλλαζε και το ονομά του. Θα επέλεγε ενα όνομα καινούργιο, εύηχο και ουδέτερο. Να μην προδίδει ούτε την καταγωγή του, ούτε τις προτιμήσεις του, ούτε το παρελθόν του. Κάτι σαν όνομα εταιρίας που να προφέρεται απο όλους, σε όλες τις γλώσσες. Θα κατασκεύαζε εναν καινούργιο κόσμο, μια καινούργια ζωή. Θα ρωτούσε και τον Ντόν Καμάτσο που ήταν ειδικός στις "κατασκευές". Γέλασε με τη σκέψη του. Μάλλον είχε τρελαθεί.

Κατέβαινε συχνά την κατηφόρα του δρόμου, προς την υπαίθρια αγορά με τους μικροπωλητές. Στη μικρή πλατεία με τις πραμάτιες, αντίκρυ στην παλιά εκκλησία των ισπανών και το φάρο που αγνάντευε το πέλαγος, στάθηκε για λίγο χαζεύοντας το άγαλμα του άγνωστου ήρωα της περιοχής, έργο κάποιου φοιτητή των καλών τεχνών. Βίκτωρ Καστίγιο. Κρατούσε ενα σπαθί στο ενα χέρι και ενα βιβλίο στο άλλο. Μάλλον θα ήθελε να ξεκινήσει κάποια επανάσταση και να μορφώσει τον πληθυσμό. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς τη θάλασσα. Μάλλον θα αγνάντευε τη μακρινή Ευρώπη. Η ζωή του κινούνταν στα όρια της φαντασίας. Ιδεολόγος.

Απλωσε μπροστά του την εφημερίδα και έψαξε το άρθρο που του πρότειναν. Ηταν νύχτα, έλεγε η ιστορία, oταν ο κλέφτης μπήκε στο σπίτι απο την πίσω πόρτα. O Nτόν Καμάτσο, αρθρογράφος της εφημερίδας Santo Domingo Noticias βρισκόνταν εκείνη τη στιγμή στο γραφείο του και πληκτρολογούσε ενα άρθρο. Δεν άκουσε έτσι τα βήματα του βραδινού του επισκέπτη, και όταν το αντελήφθει ήταν πλέον αργά. Ακουσε μονάχα κάποια φωνή στη κουζίνα, και ανήσυχος παράτησε τη γραφομηχανή του και έτρεξε στις σκάλες. Μπαίνοντας στην κουζίνα αντίκρυσε με δέος τη γυναίκα του να σπαρταράει απο τους πόνους πνιγμένη στα αίματα. Στο πάτωμα της κουζίνας, πάνω στα ξερά αίματα, διαγράφονταν ακόμα οι άγνωστες πατημασιές του δράστη..."

Ο νέος εξωτικός παράδεισος του άρεσε. Απλοί άνθρωποι οι ντόπιοι, απλές και λιτές οι ζωές τους, απλοϊκές και παιδαριώδεις οι σκέψεις τους. Αλλά μέσα στη μουσική τους και τη θρησκευτική τους ευλάβεια έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Απο το μεγάλο χάρτη αυτού του κόσμου, είχε επιλέξει μια ήρεμη και εξωτική γωνιά για να απολαύσει τον έρωτά του. Είχε ίσως πιο πολλά απο τους ντόπιους. Είχε κάποια γή, ενα πανέμορφο σπίτι στη θάλασσα, μια αυλή γεμάτη λουλούδια και εξωτικά δέντρα, μια αποθήκη γεμάτη φρούτα μπαχαρικά και φαγητά, άλογα και φτηνή υπηρετική βοήθεια. Αυτόνομος και ελεύθερος θα έφτιαχνε εδώ τη βάση του. Μαζί με τη γυναίκα που αγαπούσε. Ηταν μια μοναδική ευκαιρία.

Δεν ήταν άλλωστε ο μόνος που έφτασε άγνωστος σε τούτες τις ακτές. Στις διάφορες παρέες και μπάρ της πόλης, και απο φίλους που έρχονταν στο σπίτι, είχε συλλέξει μια απέραντη συλλογή απο ιστορίες ανθρώπων που ήρθαν εδώ απο ιδεολογία και ανάγκη να ξεφύγουν τις μεγάλες και κουραστικές κοινωνίες, τα μεγάλα σχήματα και τα τυραννικά καθημερινά τρεχάματα της βιοπάλης. Άν και κανείς δεν ήξερε σίγουρα τί ακριβώς ήταν και πρέσβευε ο καθένας τους, μια μικρή κοινότητα ήδη υπήρχε απο πολίτες που στις προηγούμενες ζωές τους έρχονταν απο αλλού, τη μακρινή Ευρώπη και την Αμερική. Τώρα θα έμπαινε κι αυτός στη μικρή τους κοινότητα.

Ετρεξε την παραλία με το άλογο αναπνέοντας την αύρας της θάλασσας. Ο ήλιος έκαιγε το κορμί του ηδονικά, ένοιωθε νέος, υγιής και δυνατός. Κάπου στο τέλος της πανέμορφης παραλίας, βρήκε μια σειρά απο φοίνικες. Κάθισε στη σκιά τους και αγνάντεψε τη μαγική θάλασσα. Στον μακρινό θαλάσσιο ορίζοντα φαντάστηκε τα καράβια των ισπανών να φτάνουν. Ηταν το πρώτο ταξίδι τους στο μακρινό εξωτικό νέο κόσμο. Ξάπλωσε στη σκιά των δέντρων να ξεκουραστεί.

Στη μαγεία της θάλασσας, διάβαζε αργά και το ιστορικό του βιβλίο. Στο δημαρχείο της πόλης είχε βρεί τη μόνη αφήγηση για τον επαναστάτη του αγάλματος. Ωραίος επαναστάτης τούτος ο Βίκτωρ. Είχε έρθει στο νησί με μια γαλλίδα ερωμένη που υπεραγαπούσε. Διαποτισμένος απο τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης ξεκίνησε εδώ μια άλλη επανάσταση οργανώνοντας τους ντόπιους. Ηθελε να φτιάξει μια Γαλλία στους τροπικούς. Αλλά τα πράγματα ήταν δύσκολα. Η Ευρώπη ήταν μακριά και οι οργανωμένες ομάδες των ντόπιων τον πολεμούσαν ανελέητα. Τα παραδείσια νησιά δεν χρειαζόνταν επαναστάτες. Μόνον ντόπιους άρχοντες.

Ανακάτεψε τη ζεστή άμμο με τα πόδια του και τεντώθηκε ακόμα περισσότερο. Ηλιος και θάλασσα έλουζαν τώρα το κορμί του. Στον ορίζοντα τα καράβια των ισπανών είχαν σχεδόν φτάσει στην αμμουδιά της ακτής, άκουγες θαρρείς τις φωνές του. Η Ευρώπη ανακάλυπτε τον Νέο Κόσμο. Ενοιωσε τα μάτια του κουρασμένα απο τη νύστα, να κλείνουν πάνω στις σελίδες του βιβλίου. Μέσα στη ηδονή της ζέστας και τις φωνές των ισπανών που έσερναν τις βάρκες στην ακτή, το μυαλό του ζαλισμένα αφομοίωσε την επόμενη παράγραφο του βιβλίου.

"Το τέλος του Βικτωρ Καστίγιο ήταν τραγικό. Ηταν νύχτα oταν ο δολοφόνος μπήκε στο σπίτι του απο την πίσω πόρτα. O Βίκτωρ, καθόνταν εκείνη τη στιγμή στο γραφείο του και έγραφε κάποιο άρθρο για την επανάσταση. Δεν άκουσε έτσι τα βήματα του βραδινού του επισκέπτη, και όταν το αντελήφθει ήταν πλέον αργά. Δέχτηκε μια σειρά απο θανάσιμα χτυπήματα και έπεσε κάτω αίμοφυρτος. Πέθανε απο αιμοραγία εγκατελλειμένος, μέχρι που η γαλλίδα ερωμένη του τον βρήκε νεκρό λίγο αργότερα. Στο πάτωμα της κουζίνας, πάνω στα ξερά αίματα, διαγράφονταν ακομα οι άγνωστες πατημασιές του δράστη..."

Saturday, March 19, 2011

Paz no Rio

Η Τζέννιφερ ήρθε στο ραντεβού με το ποδήλατο. Κόκκινα μακριά μαλλιά, κόκκινα σκουλαρίκια, κόκκινα βραχιόλια, μακρύ κολιέ με κόκκινες χάντρες, κόκκινα παπούτσια. Σήμερα η Τζέννιφερ ήταν κόκκινη. Την τελευταία φορά που την είδα ήταν μπλέ. "Ντύνομαι στο China Town."με πληροφόρησε."Με ό,τι λάχει."

Την κοίταξα για λίγο επίμονα, προσπαθώντας να συνδυάσω αυτό που έβλεπα με εκείνο που θυμόμουν. Η γυναίκα-αίνιγμα μάλλον διασθάνθηκε τη σκέψη μου και πέρασε στην αντεπίθεση. "Καμμία σχέση με τότε", απάντησε χωρίς να περιμένει την ερώτηση. "Σήμερα τα πράγματα είναι παντού χειρότερα. Μόνον στη Νέα Υόρκη υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες άστεγοι. Για επαναστάτες ούτε λόγος. Δεν υπάρχουν κάν εθελοντές. Ωρα τώρα για καφέ."

Αδειασε στο τραπέζι τα δώρα που μούφερε. Βιβλία. Κοινωνικές ιστορίες και ανθρώπινα δράματα. Για τα γκέτο των ανθρώπων που ζούνε σαν σκουπίδια, παιδιά που χάθηκαν για πάντα, ακτιβιστές του δρόμου και σκάνδαλα. Απέραντα σκάνδαλα. "Πάρε και τούτο", συνεχίζει. "Τίνα Ρόζενμπεργκ, Τα παιδιά του Κάιν. Διαβάζεται εύκολα. Μιλάει για τα παιδιά που χάθηκαν. Κάπως έτσι είναι παντού. Μακριά απο τα αμερικανικά προάστια η ζωή ειναι απλά ανάποδα."

Eίχε μόλις επιστρέψει. Προσχαρη και αισιόδοξη, αλλά ανήσυχη και εκ βαθέων αλλαγμένη. Για μήνες έβλεπε απο το παράθυρό της τις φιγούρες να κατηφορίζουν και να ανηφορίζουν μπαινοβγαίνοντας στα θλιβερά σπιτάκια με τα αυτοσχέδια οικοδομικά υλικά, τις πέτρες, τα τούβλα, τους τσιγκους. Πανιά στις πόρτες, κουρελούδες στα παράθυρα, ανοιχτά νερά που τρέχουν, φωνές που κάναν έρωτα, παιδιά να κλαίνε, γέλια, μουσικές και μυρωδιές απο φαγητά.

Και πολύ φολκλόρ η φτώχεια του αλλουνού, με πληροφόρησε, κάτι σαν Jurassic Park εξαθλιωμένων. "Ολη η πόλη είναι στην ουσία ενα θεατρικό αντάρτικο. Ακόμα και οι τουρίστες θέλουν τώρα να κάνουν εκδρομες μέσα στις φαβέλες, να δούν κανα παιδάκι με Ούζι, να αφουγκραστούν τη σεξουαλικότητα της χώρας, τον κοινωνικό της ξεπεσμό, να μυρίσουν λίγο θάνατο και ξεσηκωμό. Οι φτωχοί έχουνε πιάσει τα καλύτερα οικόπεδα της πόλης, οι άλλοι θέλουν απλά να τους "ξυρίσουν", έρχονται σε λίγο και οι Ολυμπιακοί. Πάνω απο δεκα χιλιάδες οι νεκροί μέχρι τώρα απο τις μάχες με την αστυνομία." Για το τί γίνεται εκεί μέσα θα τα γράψει στο δικό της βιβλίο. Το υλικό που έφερε είναι τεράστιο.

Και πυροβολισμοί. Τα βράδια το ελικόπτερο δεν την άφηνε να κοιμηθεί απο τις περιπολίες, κι έτσι καθόταν στο παράθυρο και το χάζευε που ανεβοκατέβαινε. "Κάθε μπάμ και νεκρός βέβαια, τους έβλεπες που τον φόρτωναν κατόπιν με τις κουβέρτες". Κοιμόσουνα τα βράδια Τζέννιφερ; Eδωσε μια περίεργη απάντηση, κάτι φιλοσοφικό και αλήτικο. Καθένας με τη ρουτίνα του. Εκείνη κάθε πρωί μάζευε τα χαρτιά της, σαντάλια, τσιγάρα, κουτιά με φάρμακα, ενα μπουφάν φωτογράφου με τις τσέπες γεμάτες στυλούς, φίλμ και αντικείμενα της δουλειάς, και έβγαινε στο σοκάκι. Την περίμεναν στο "κέντρο".

Γυναίκες που ήθελαν κάποιον να μιλήσουν, θύματα αλκοολισμού και απίθανης κακοποίησης, παιδιά που ήθελαν γάλα, φαγητά, φάρμακα, βιβλία. Και εκείνη έτρεχε παντού να οργανώσει τις ομάδες, να καταγράψει τα παράπονα, να μοιράσει τα κουτιά με τα υλικά, να μιλήσει σε εκείνους που έπρεπε, να κάνει τις απαραίτητες συμμαχίες. "Η απελπισία της απόλυτης φτώχειας είναι μια μούχλα που τρώει το μυαλό και το κορμί. Αυτό έμαθα εκεί. Οργανωμένες ληστείες, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, παιδική πορνεία, αρρώστιες. Και πολύ αντίδραση. Είναι τόσο σπασμένο το κοινωνικό συμβόλαιο, τόσο σάπια αυτή η πόλη, που οι εκρήξεις είναι εφιαλτικές. Οι αστυνομικοί σκοτώνουν τους νάρκος, οι νάρκος σκοτώνουν τους εμπόρους, και όλοι μαζί σκοτώνουν τα παιδιά. Νάξερες πόσες φορές έχασα τις αισθήσεις μου απο την αηδία..."

Είχε αγοράσει εκεί και ενα σπίτι. Ηταν ο μόνος τρόπος να συνεχίσει να ζεί στη Βραζιλία.Το κτιριακό συγκρότημα οπου ζούσε ήταν καλά φυγαγμένο. Απο ολόκληρο στρατό. Πολλοί πηγαινοέρχονταν στη δουλειά με ελικόπτερο. Η Βραζιλία έχει τις περισσότερες ιδιωτικές εταιρίες ελικοπτέρων στον κόσμο, είπε με ύφος κυνικό, εκείνη είχε πιο πολλούς ανθρώπους με όπλα να της φυλάνε το σπίτι απ' οτι ο πρόεδρος της χώρας το προεδρικό του μέγαρο. Τώρα θα πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στο Ρίο και τη Νέα Υόρκη.

Το γκαρσόνι φέρνει τους καφέδες. Η Τζέννιφερ ανακατεύει τον καφέ της νωχελικά. "Χαθήκαμε μωρό μου" αναστενάζει. "Νά, που με βρίσκεις", λέει προσφέροντάς μου την καρτά της. Patrice Τ. Αυτό είναι το αληθινό της ονομα. Η Τζέννιφερ είναι η Patrice. Πάντα η Patrice ήτανε, εκτός απο μια και μόνον εποχή που έγινε εξ ανάγκης Τζέννιφερ για λόγους ασφαλείας. Σε μια απίθανη ανθρωπιστική θητεία τόσο ξεχωριστή, απίθανη και επικίνδυνη, που είναι ακόμα θαυμαστό πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που την επιλέγουν εθελοντικά.

Γόνος πάμπλουτης οικογένειας επωνύμων, πάντα ήθελε να είναι κάποια άλλη. Ηθελα να τη ρωτήσω αν είχε πράγματι γεννηθεί με το μυθικό ποσό που της καταλόγιζαν μερικοί, αν φοβόταν όσο καιρό ήταν στο Ρίο. Την είχα γνωρίσει σαν Τζέννιφερ, σαν Τζέννιφερ μου άρεσε, Τζέννιφερ θα την κρατούσα στο μυαλό μου. Μια χύπισσα κοκκινομάλα, με ενα ποδήλατο. Δεν τόλμησα να τη ρωτήσω όσα σκεφτόμουνα.

Το νέο "κέντρο" που ετοίμαζε θα γινόνταν στο Queens. "Εκεί τώρα μεταφέρεται ο ανάποδος κόσμος. Ιδια προβλήματα, να ξέρεις, φαγητά, φάρμακα βιβλία. Μόνον που εδώ είμαι επώνυμη." Αυθόρμητα και ξαφνικά, με σφίγγει στην αγκαλιά της, καθώς η ώρα του καφέ έχει τελειώσει, και κατευθύνεται όπως πάντα, προς το "κέντρο". "Να μη χαθούμε πάλι", μου φωνάζει με τον απλό και όμορφο τρόπο της, ενώ ετοιμάζεται να φύγει με το ποδήλατο.

Καθώς την κοιτάω να ξεμακραίνει, η γυναίκα μυστήριο ξαναμαντεύει τη σκέψη μου και επιστρέφει. "Η μητέρα μου είχε χάσει τα μυαλά της όταν της είπα πού ήθελα να κάνω το διδακτορικό μου", λέει τελικά με απόλυτη φυσικότητα. "Εκλαιγε όλη μέρα. Ηθελε να με εμποδίσει, να μου στείλει σωματοφύλακες. Ναί, φοβήθηκα πολύ στη κόλαση που πήγα, στην αρχή έκανα εμετούς τα βράδια, ήθελα να φύγω. Αλλά με είχαν κρύψει καλά πίσω απο χαρτιά και ψεύτικα ονόματα. Τελικά δεν ήταν και τόσο άσχημα. Δεν μου έκαναν κάν την τιμή μιας απαγωγής..."

------------------------------------------------------------------
*Το πόστ αναφέρεται στη φαβέλα Ροσίνια, μια απο τις μεγαλύτερες στο Ρίο. Εχει πληθυσμό 250 χιλιάδες, και είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο καλές περιοχές. To βασίλειο της ανισότητας.

** Τη Τζέννιφερ τη γνώρισα κατα τη διάρκεια ενός πανεπιστημιακού ταξιδιού στο Ρίο, το τέλος της δεκαετίας του 80. Ελληνικής καταγωγής (απο τη Μάνη), ο παππούς της διετέλεσε κάποτε πρόεδρος της Mobil Oil. Ξανασυναντηθήκαμε κατόπιν στη Νέα Υόρκη όπου έμαθα και την πραγματική της ταυτότητα. Στο παρελθόν υπήρξε και κουμπάρα μου. Ηρθε καθυστερημένα στο γάμο, οδηγώντας ενα ενοικιασμένο φορτηγό με το δώρο της - μια κρεβατοκάμαρα(!)

***Ποτέ μου δεν θεώρησα πως ο Μητσάρας απο το Πέραμα που ψηφίζει Αλέκα και ακούει Καζαντζίδη, αγαπάει περισσότερο τον συνάνθρωπο, ή διακατέχεται απο περίσσιες ανθρωπιστικές ευαισθησίες απο κάποιον που γεννήθηκε στην Εκάλη, έχει πέντε πτυχία και ψωνίζει Κολωνάκι και Λονδίνο. Ο ανθρωπισμός, όπως και η Ευτυχία και ο Ερωτας, είναι εντελώς προσωπικά θέματα. Κι αν ποτέ μου αφαίρεσα απο κάποιον το δικαίωμα να διεκδικήσει τη δική του προσωπική φιλανθρωπία, είτε λόγω πλούτου, είτε λόγω ταξικής καταγωγής, η Tζέννιφερ με έπεισε για το αντίθετο.

****"Paz no Rio" (Ειρήνη στο Ρίο). Σύνθημα τοίχου και διαδήλωσης.


Saturday, March 5, 2011

Ξόμπλια και κρόταλα

Εψαχνα να σε βρώ αλλα εσύ δεν ήρθες, παραπονέθηκε καθώς ανακάθησε στη ψάθινη καρέκλα. Μ' έριξες, δεν ήρθες. Αλλα εγώ πάντα σε σκέφτομαι και σ' αγαπάω. Eκλεισε κατόπιν τα μάτια, σφίχτηκε σαν να υποφέρει, τινάχτηκε απο τα νεύρα του σαν να καθόταν σε καρφιά, και έγυρε το κεφάλι του προς τα εμπρός. Εκλαιγε...

Και τούτα τα τούρκικα καλντερίμια που κάποτε ήταν το σπίτι του, στένεψαν σε πλάτος, κόντυναν σε ύψος και ρημάδιασαν. Χαθηκε και το σπίτι που ήξερες, με τις πορτοκαλιές, τα τριαντάφυλλα, το πλυσταριό της παλιάς εποχής. Το πάτωμα στο υπνοδωμάτιο είχε γύρει επικίνδυνα, τα πίσω παράθυρα ήταν σάπια και τώρα τα κρατούσε κλειστά, το καντύλι που έκαιγε τις νύχτες έκανε ανταύγιες απο σκιές στον τοίχο και τον φόβιζαν. Αδύνατον να έμενε εκεί για πολύ. Και ο δρόμος προς την αγορά ήταν κι αυτός γεμάτος φαντάσματα, σκιές που τον κυνηγούσαν και παγίδες. Αβατος δρόμος. Τρόμαζε ακόμα και την ημέρα. Φοβάμαι, παραπονέθηκε, φοβάμαι...

Μα η τρομερή στιγμή ήταν τη νύχτα. Ξόμπλια και κρόταλα αντηχούσαν στο κεφάλι του, ο βραδινός ήχος του φόβου και του θανάτου. Μαζευόνταν στη γωνιά του και έτρεμε. Και άπλωνε έτσι το χέρι να αρπάξει το μπουκάλι της απόδρασης, να πιεί και να χαθεί στο μόνο κόσμο που αισθανόταν άνετα, έστω για λίγο, να χαθούν φαντάσματα, ουρλιαχτά και φωνές, μέχρι το φώς της ημέρας να τον ξαναβρεί σχεδόν αναίσθητο, χλωμό και πανιασμένο στο κρεβάτι. Γεματο ιδρώτα και αγωνία να ξεκινήσει μια ακόμα μέρα. Μια ακόμα άχρηστη και τυραννική μέρα γεμάτη βασανιστήρια. Γι αυτό σ' έψαχνα, παραπονέθηκε. Αλλα εσύ δεν ήρθες...

Πήρα το μικρό μονοπατάκι να τον βρώ. Εκεί στο τέλος του δρόμου ήταν τώρα το σπίτι του. Εκεί ζούσε πια γιατρεμένος και ήσυχος. Ανάμεσα στα δέντρα, στα λουλούδια και το φώς. Καποια νύχτα, άνοιξε λέει το παράθυρο. Η αύρα της θάλασσας άγγιξε το κορμί του. Τί ώρα είναι; - αναρωτήθηκε. Ανοιξη, ήταν η απάντηση. Και η μυρωδιά απο το γιασεμί που κάποτε αγαπούσε, ξάφνου τον τρομοκράτησε. Αδύνατον, σκέφτηκε. Αδύνατον να περάσει κι άλλο ενα καλοκαίρι. Μέσα σ' αυτές τις μυρωδιές, την αύρα και μυρωδιά της θάλασσας, παρέα με τα γιασεμιά και τα χλωμά ξόμπλια της νύχτας. Ομορφιά κι ασχήμια δεν είχαν πια καμμιά διαφορά. Ηταν μέρος του ίδιου βασανιστηρίου. Το μαρτύριο της φρικτής επανάληψης.

Τον βρήκα τελικά στον ήρεμο και τελικό του τόπο. Αναψα και το καντήλι του. Ηταν θαμμένος σ' ενα λιτό τάφο, με λίγα λουλούδια που πιά είχαν μαραθεί, και ενα σταυρό που έφερε το όνομά του. Χωρίς άλλα στοιχεία και πληροφορίες. Εκείνη η άνοιξη ήταν η πιο δύσκολη. Και η τελευταία. Πέρασε τελευταία φορά απο το στενό καλντερίμι που μεγάλωσε παιδί, ανάπνευσε το γιασεμί της γειτονιάς, και πέρασε στο μικρό του δωμάτιο. Ηταν αποφασισμένος. Ξέσπασε πάνω στο μισό μπουκάλι που είχε απομείνει, και σαν αισθάνθηκε να ζαλίζεται, έβαλε αυτί μέσα στη νύχτα. Ο μακρινός ήχος με τα νταούλια ακουγόταν να πλησιάζει. Τα βραδινά του ξόμπλια ζύγωναν. Εσυρε τα πόδια του όσο μπορούσε να τον μεταφέρουν στο σημείο που ήθελε και είχε υπολογίσει. Και σαν έφτασε, αγνάντεψε την απεραντοσύνη της φριχτής νύχτας, μια τελευταία τζούρα απο τη θάλασσα, μια τελευταία σκέψη. Κι αφέθηκε απλά στο κενό να τον λυτρώσει...

Ξάδελφος, φίλος και σημείο αναφοράς της νιότης. Κρύφτηκε για κάμποσα χρόνια πίσω απο το αλκοόλ, πριν τον καταπιεί ημίτρελλο η άβυσσος μιας απέραντης και σιωπηλής κατάθλιψης. Πήγα τελικά να τον βρώ που μ' έψαχνε, αλλά εκείνος είχε φύγει...

Thursday, February 24, 2011

Dispatches from Hell

Αριστουργηματικά γραμμένο με θεματολογική δομή, συνδιάζοντας δημοσιογραφία, Ιστορία και προσωπική αφήγηση, το βιβλίο του Robert Fisk παρέχει μια χρήσιμη και συνολική εικόνα ενός εμπόλεμου κόσμου που βυθισμένος στη πολιτική, τα πάθη και την Ιστορία, πρωταγωνιστεί σήμερα στα γεγονότα που ταρακουνούν συνθέμελα τον κόσμο μας, απο το Σουδάν στη Βηρυτό, και απο το Αφγανιστάν στις υπο αναβρασμό κοινωνίες του Ιράκ και Ιράν.

Είναι η αφήγηση των λίγων εκείνων ανθρώπων που επέλεξαν (με προσωπικό κίνδυνο της ζωής τους), να παραμείνουν στα μετόπισθεν και μέσα στα γεγονότα, και κατάφεραν πέρα απο συναισθηματισμούς και μικροσυμφέροντα, να παραμείνουν αληθινοί παρατηρητές της ωμής ανθρώπινης εμπειρίας και της κόλασης που την περιβάλλει. Aπο τους ελάχιστους, ίσως ο μόνος, που μεταδίδει ζωντανά μέσα απο την Τρίπολη.

Tuesday, February 22, 2011

Gaddafi interview



Ενα παλιό και ενδιαφέρον δημοσιογραφικό κομμάτι, και μια συνέντευξη του Μουαμάρ Καντάφι απο την εξαιρετική εκπομπή του CBS "60 Minutes", (το δημοσιογραφικό format και ύφος του οποίου ακολουθεί και η σειρά "Φάκελοι" του Σκάϊ). Ενα μικρό κομμάτι στο μεγάλο αίνιγμα του μυστικοπαθούς και εκκεντρικού Λίβυου ηγέτη του οποίου οι μέρες μάλλον είναι μετρημένες.

Απο την ειδησεογραφία και τις αναλύσεις αντιλαμβάνομαι πως αντίθετα με την Αίγυπτο οπου υπάρχει ισχυρή εθνική συνείδηση, η συνείδηση πολλών Λίβυων δεν ειναι χτισμένη πάνω στην έννοια "έθνος-κράτος", αλλά πάνω στην έννοια της "φυλής" και των πολύπλοκων κοινωνικών δικτύων της. Γι αυτό ακριβώς το λόγο, η Λιβύη θα μπορούσε να βιώσει εναν αιματηρό πόλεμο και να κοπεί σε κομμάτια. Ηδη οι αναλυτές αναφέρουν πως τα γύρω αραβικά κράτη πιθανώς να ανακατευτούν μέσω παρακρατικών ομάδων στο ξέσπασμα κάποιου εμφυλίου με απώτερο σκοπό εδαφικά και πετρελαϊκά οφέλη.

Συγχρόνως υπάρχουν βάσιμοι φόβοι για μια νέα παγκόσμια ενεργειακή κρίση και αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Ας ευχηθούμε η αραβική επανάσταση να λήξει χωρίς άλλο αίμα, και προς το καλύτερο. Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, τα νέα απο τη Λιβύη μιλούν για ομαδικούς βομβαρδισμούς αμάχων και οδομαχίες. Δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι στη Λιβύη. Ολη η δημοσιογραφία των γεγονότων έρχεται σποραδικά μέσα απο το διαδίκτυο.

Saturday, January 15, 2011

Το τέλειο σπίτι

Kαθώς ο συμπαθής πωλητής μας πρόσφερε καφέ Σουμάτρας και φρέσκα κρουασάν, οι πρώτες εντυπώσεις ήταν θετικές. Το σωστό να λέγεται φίλοι μου, το μικρό παλατάκι πωλείται στην εξευτελιστική τιμή των 975 χιλιάδων, άντε ας πούμε 1 εκατομμύριο δολλάρια με τα μερεμέτια. Είναι όμως η τέλεια κατοικία με 9724 τετραγωνικά εμβαδόν (περίπου 1000 τ.μ.), τριπλάσιο σε έκταση κήπο, και χωράει όλη την οικογένεια. Η εξαιρετική βικτωριανή έπαυλη είναι χτισμένη το 1890, την εποχή της αμερικανικής αριστοκρατίας, και πνιγμένη μέσα στη φύση και σε μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα Gone with the Wind, έχει όλα τα αισθητικά και μουσειακά στοιχεία της ιστορικής Νέας Αγγλίας. Μια επίσκεψη στο εσωτερικό της αφήνει τον επισκέπτη έκθαμβο.

Η είσοδος εντυπωσιακή, δίνει μια εισαγωγή στην αρχιτεκτονική και αισθητική μεγαλοπρέπεια που θα ακολουθoύσε, αφήνοντας τον επισκέπτη αμήχανο, σε εναν χώρο που αποπνέει ευγένεια και αριστοκρατικά γούστα. Το σπίτι χτίστηκε και ανήκε αρχικά σε κάποιον Αγγλο ευγενή που μετέφερε στην Αμερική την τέχνη της κλωστουφαντουργίας, με κατατόπησε ο πωλητής, μεταφέροντας στον Νέο Κόσμο τα επαναστατικά μηχανήματα παραγωγής υφαντών, τις πατέντες και οδηγίες χρήσεων των αργαλειών, που φυσικά έκλεψε απο τους μακρινούς Ινδούς οι οποίοι είχαν τελειοποιήσει την υπέροχη χειροποίητη τέχνη.

Η όλη υφαντουργική επιχείρηση ήταν πολύ επιτυχημένη, είπε ο πωλητής, ενα αληθινό αμερικανικό success story. Τη χρηματοδότηση της κλωστουφαντουργίας την είχε τότε αναλάβει ενας επιστήθιος και έμπιστος φίλος του υφαντουργού, ένας τραπεζίτης, που αφού χρημάτισε αδρά και κάποιους πολιτικούς, έβγαλε την εταιρία στο χρηματιστήριο. Μιλάμε για πολλά λεφτά, είπε ο πωλητης, και προχωρήσαμε έτσι στο επόμενο δωμάτιο.

Μακριά απο την Ευρώπη που σπάραζε σε θρησκευτικούς και εδαφικούς πολέμους, ο υφαντουργός διέπρεψε. Και έκανε αυτό το μικρό παλατάκι σπίτι του, κουβαλώντας μαζί του καθώς ήταν εμφανές, και ενα κομμάτι του Βικτωριανού Λονδίνου που αγαπούσε και που ήταν το σημείο αναφοράς του. Ηταν η εποχή που ο πλούτος της Ευρώπης, μαζί με τα υλικά και τις τέχνες των αποικιών μεταφερόνταν στις ακτές του Νέου Κόσμου.

Η γυναίκα μου θαμπωμένη απο την ομορφιά του χώρου φαντάστηκε λέει στιγμιαία τον εαυτό της να τριγυρίζει το σπίτι ντυμένη με έξοχα βικτωριανά συνολάκια, αριστοκρατικά καπελίνα και κινεζικές βεντάλιες, απολαμβάνοντας το γιαπωνέζικο τσάϊ της στους αισθησιακούς χώρους του σπιτιού, με τους υπηρέτες να κάθονται όρθιοι στις διάφορες γωνιές περιμένοντας ενα απλό της νεύμα για να σερβίρουν ποταμίσιες καραβίδες και ρωσικό χαβιάρι.

Ο μακαρίτης ο υφαντουργός ηταν ένας πολύ απαιτητικός άνθρωπος, συνέχισε ο πωλητής, καθώς συνεχίσαμε την περιπλάνηση. Τις γυναίκες που δούλευαν στους αργαλιούς, τις έστιβε σαν το λεμόνι απο την πολύ δουλειά, 70 και βάλε ώρες την εβδομάδα. Τις έκλεινε μέσα στο μολυσμένο χώρο με τα ποντίκια να τρέχουν γύρω γύρω, φύλαγε κλειστές τις πόρτες με φρουρούς, απαγόρευε τα διαλείμματα, και είχε και κάποιους μανατζερς που συνέχεια ούρλιαζαν και έβριζαν. Μερικές εργάτριες πέθαναν πάνω στη δουλειά, με πληροφόρησε. Αλλά και απο το θάνατό τους, ο υφαντουργός έκανε λεφτά. Ο φίλος του ο τραπεζίτης είχε κρυφά συμβόλαια θανάτου για όλες τις εργάτριες.

Απλό, όμορφο και λειτουργικό το σπίτι, διαθέτει 8 υπνοδωμάτια και άφθονους χώρους ανάπαυσης και αναψυχής. Πωλείται μάλιστα επιπλωμένο, καθώς τα έπιπλα είχαν πια σκευρώσει και αντικατασταθεί απο καινούργιες και προσεγμένες ρέπλικες της ίδιας ιστορικής εποχής του 19ου αιώνα, όταν ο σπίτι πρωτοκατοικήθηκε. Κάποια ειδική εταιρεία είχε αναλάβει τη διακόσμηση, και θα ήταν και στην υπηρεσία εκείνων που θα αγόραζαν το σπίτι, γιατί όλο και κάποιο λονδρέζικο τραπεζάκι θα χρειαζόνταν για να ολοκληρώσουν την επίπλωση. Τα δε εσωτερικά χρώματα της κατοικίας συμφωνούσαν απόλυτα με το ευρωπαϊκό θέμα του σπιτιού, και τη φύση που το περιβάλει. Κοστίζει βέβαια κάτι παραπάνω να το κρατήσεις ξεσκονισμένο και καθαρό, αλλά την καθαριότητα θα την αναλάβει μια άλλη, ειδική εταιρεία. Η ποιότητα έχει όπως ξέρετε, την τιμή της.

Υπήρχαν και μερικές άλλες νομικές και γραφειοκρατικές υποχρεώσεις που ο μελλοντικός αγοραστής έπρεπε να γνωρίζει, μας πληροφόρησαν. Το σπίτι το επέβλεπε το Historical Society, και αυτό σήμαινε πως ακόμα και τα καρφιά στον τοίχο θα έπρεπε να είναι βικτωριανά, χώρια οι ταπετσαρίες, οι κουρτίνες, ακόμα και οι πετσέτες του μπάνιου. Eτσι, το βάψιμο του σπιτιού θα το αναλάμβανε μια τρίτη εταιρία, ειδική σε παλιά βαψίματα για αντίκες, ειδικά τριψίματα για τα πατώματα, και φυσικά ειδικά γυαλίσματα για τα ασημικά και χρυσά που κοσμούσαν το χώρο. Μια άλλη τέταρτη εταιρία, θα αναλάμβανε να μας κάνει τα πορτραίτα, καθώς οι σύγχρονες φωτογραφίες θεωρούνταν γενικώς μπανάλ και απαγορευόνταν ρητά.

Επιτέλους θα κρεμάσουμε και τα πορτραίτα μας στο τοίχο, αναστέναξε με πόθο η γυναίκα μου και φαντάστηκε ξαφνικά τον εαυτό της να περνά στην αιωνιότητα μαζί με τους γαλαζοαίματους αυτού του κόσμου. Αλλά και εκτός απο τους αργαλιούς και τα υφαντά, με πληροφόρησε τότε συνομωτικά ο πωλητής, ο μακαρίτης ο υφαντουργός είχε και έξτρα εισοδήματα φτιάχνοντας παράνομο ρούμι και ουίσκια. Τον είχε βοηθήσει ξανά ο φίλος του ο τραπεζίτης, και είχαν φτιάξει κάτι παράνομα εργοστάσια στην Ατλάντα. Και χωρίς τα υφαντά δηλαδή, ο μακαρίτης ο υφαντουργός θα ήταν ήδη ξάπλουτος.

Περάσαμε κατόπιν σε άλλα όμορφα δωμάτια βαριάς αγγλικής θεματολογίας, χώρους υποδοχής επισκεπτών, με υπέροχα φωτιστικά που προστέθηκαν μεταγενέστερα, αφού ο αρχικός φωτισμός γινόνταν με κεριά, και η θέρμανση με ξύλα της φωτιάς στο τζάκι. Το σπίτι σήμερα διαθέτει σύγχρονη κεντρική θέρμανση πληφοφορηθήκαμε, και μια πέμπτη εταιρία, ειδική στις ενεργειακές και οικολογικές ανάγκες μας, θα αναλάμβανε με τη σειρά της τη μηνιαία συντήρηση.

Η συγκινημένη γυναίκα μου αναρωτήθηκε τότε φωναχτά αν ο ευγενής υφαντουργός είχε παιδιά που έτρεχαν και έπαιζαν μέσα στο σπίτι, καθώς πολλά χαλιά και έπιπλα ήταν άσπρα, κάτι που αποτελεί μεγάλο ζοριλίκι για τις σύγχρονες οικογένειες. Πληροφορήθηκε όμως με ικανοποίηση πως οι μελλοντικοί κάτοικοι του σπιτιού θα κατάγονταν σίγουρα απο ευγενή κοινωνικά στρώματα, και τα παιδιά τους σίγουρα θα διέθεταν και εκλεπτισμένους τρόπους ακόμα και μέσα στο σπίτι. Ετσι λύθηκε και αυτό το πρόβλημα, που μας απασχόλησε για περίπου 10 δευτερόλεπτα.

Και νάταν μόνον αυτά, μου εκμυστηρεύτηκε ο πωλητής. Εκτός απο υφαντά και ρούμια, ο υφαντουργός έφερνε και κάτι μαύρα παιδιά απο τη Γκάνα. Τα μοίραζε και αυτά ο τραπεζίτης σε διάφορες φάρμες στο Νότο, και μοιράζονταν τα κέρδη. Μεγάλη επιχείρηση μιλάμε.

Το επόμενο δωμάτιο ήταν σαν ενα είδος βιβλιοθήκης. Εκεί πληροφορήθηκα με συγκίνηση πως όταν έγινε η ανακαίνιση της κατοικίας, το σπίτι καλωδιώθηκε με ειδικά ιντερνετικά fiber optics, κάτι που συνδέει το ιστορικό Λονδίνο με τη σύγχρονη εποχή του Facebook και Youtube, ενώ μια έκτη εταιρεία θα αναλάμβανε όλες τις διαδικτυακές, network, audio, sound και και video conferencing ανάγκες μας, θα εγκαθιστούσε μάλιστα και ειδικό οικογενειακό server.

Εδώ αναπαυόνταν ο υφαντουργός και η γυναίκα του πληροφορήθηκα, εδώ την άραζε και ο μακαρίτης με τον φίλο του τον τραπεζίτη και τα λέγανε. Ηταν ένας τέλειος χώρος απ' όπου θα μπορούσα και εγώ να επικοινωνώ δορυφορικά με τη μαμά μου και τους φίλους στο Αγρίνιο, σκέφτηκα, ασε που δεν θα ήταν και άσχημα να ποστάρω απο εδώ τα επαναστατικά και αντιμνημονιακά μου πόστ, σε συμπαράσταση των ιθαγενών συμπατριωτών μου που αυτή την εποχή τραβάνε μεγάλο τροϊκανό κάρο.

Το σαλονάκι ήταν επίσης και ενα υπέροχο μέρος για φιλοσοφικές συζητήσεις και θεωρήσεις για το πώς θα λυνόνταν ο πρόβλημα των αστέγων και των λαθρομεταναστών στο αθηναϊκό κέντρο, ενα θέμα που στην εποχή του ο ευγενής υφαντουργός θα είχε σίγουρα λύσει με τον τραπεζίτη φίλο του. Το σπίτι διαθέτει επίσης και σύγχρονο δίκτυο συναγερμού, πληροφορήθηκα, που δεν είναι βέβαια ορατό. Μια έβδομη εταιρία θα μας προστάτευε με εγγύηση, σε περίπτωση που τίποτα κλεφτρόνια έβαζαν στο κεφάλι τους τυχόν ανώμαλες ιδέες.

Και καθώς η συντετριμμένη πλέον γυναίκα μου μονολογούσε πιά "το θέλω, το θέλω αυτό το σπίτι", ο πωλητής συμπλήρωσε και άλλες πληροφορίες για το ποιόν του εκπληκτικού μακαρίτη. Και όχι μόνον εκμεταλλευόνταν τις εργάτριες ο υφαντουργός, ανέφερε, αλλά τις πήδαγε και απο πάνω. Και μια μέρα, η υφαντουργίνα τον έπιασε στα πράσα με κάτι γκομενάκια, και της έφυγε ο τάκος. Ασε, είναι μια δραματική ιστορία.

Σε κάθε γωνιά του, το σπίτι διαθέτει και κάποιο χώρο ειδικά διαμορφωμένο ως χώρο φαγητού. Ετσι, ανάλογα με το φώς της ημέρας και τις διαθέσεις, οι ευγενείς υφαντουργοί απολάμβαναν την ανατολή ή τη δύση του ηλίου, αγναντεύοντας το απίθανο λουλουδιασμένο δάσος που περιστοίχιζε το σπίτι. Μια έβδομη εταιρία κηπουρικής θα αναλάμβανε βέβαια τους κήπους, τα αγριόχορτα, τα εξωτικά λουλούδια και τα κουρέματα, κάτι που ευτυχώς το συζητήσαμε εγκαίρως, γιατί τέτοιες λεπτομέρεις μέρικές φορές μας ξεφεύγουν.

Φυσικά ο ευγενής κλωστουφαντουργός δεν πήγαινε ποτέ για ψώνια, ούτε προς Θεού μαγείρευε και έπλενε πιάτα ο άνθρωπος. Συγκινημένη η γυναίκα μου αναστέναξε με το άκουσμα της είδησης πως μια όγδοη εταιρία θα αναλάμβανε τις ανάγκες μας σε τρόφιμα, ενώ κάποιος μάγειρας θεωρούνταν ακόμα αναγκαίος, παρόλη την απλότητα που μας χαρακτήριζε. Φυσικά οι οκτώ αυτές εταιρίες ήταν ενα σοβαρό μηνιαίο έξοδο, αλλά όπως έιπαμε και πιο πάνω, η μαγκιά και η παραγγελιά πληρώνεται.

Μια μέρα λοιπόν, κατέληξε ο πωλητής, βρήκανε τον υφαντουργό καριδωμένο. Κάποιος κλέφτης είχε μπεί στο σπίτι, είπε στην αστυνομία η υφαντουργίνα, κάποιος δυστυχής φτωχός που ήθελε να φάει. Και σκότωσε πάνω στην πείνα του και τον υφαντουργό. Σημαδιακή μέρα στην ιστορία του σπιτιού, αναστέναξε ο φουκαράς ο πωλητής, και συνεχίσαμε σε άλλους χώρους.

Το σπίτι διέθετε επίσης πάνω απο πέντε κουζίνες, που είναι όλες σύγχρονες και καινούργιες. Να προσθέσω μάλιστα πως όλα τα υδραυλικά και είδη υγιεινής του σπιτιού είχαν αντικατασταθεί με ό,τι καλύτερο υπάρχει στην αγορά. Καινούργιοι επίσης είναι και οι πολλαπλοί χώροι αποθήκευσης και οι ντουλάπες, μερικές απο τις οποίες θα μπορούσαν κάλιστα να μετατραπούν σε δωμάτια.

Μια ένατη εταιρία θα αναλάμβανε τα μερεμέτια του μπάνιου, και στις ακριβές αλλά αξιόπιστες υπηρεσίες τους συμπεριλαμβάνονταν πληροφορήθηκα και κάποιοι παράνομοι μεξικανοί λαθρομετανάστες, γιατί κάποιοι τέλος πάντων έπρεπε να καθαρίζουν και τις χέστρες. Ούτε ο ευγενής υφαντουργός, πληροφορήθηκα, ασχολούνταν με τέτοια ευτελή πράγματα. Ετοιμη να καταρρεύσει απο συγκίνηση και συνεπαρμένη απο το μεγαλείο, η γυναίκα μου τράβηξε απο την τσάντα της το μπλόκ επιταγών, έτοιμη να αφήσει την πολυπόθητη προκαταβολή. Πιο ψύχραιμος εγώ, κατάφερα με το ζόρι να την συγκρατήσω.

Φεύγοντας απο το σπίτι εμφανώς εντυπωσιασμένος, ρώτησα αν η κατοικία διαθέτει και παράπλευρο σπίτι για το υπηρετικό προσωπικό. Δυστυχώς όχι, μου απάντησαν, το μικρό κτίσμα οπου ζούσαν οι υπηρέτες, μαζι με τους σταύλους για τα αλογα και τα παλιά σκοτεινά κελάρια, έχουν μετατραπεί σε σύγχρονα γκαράζ αυτοκινήτων, γυμναστήρια και στούντιο μουσικής, κάτι που με ικανοποίησε ιδιαίτερα. Οι υπηρέτες θα ζούσαν όλοι μαζί στο ενοίκιο. Μια δέκατη, δια βίου άθλησης και μάθησης εταιρία, θα αναλάμβανε και τις ανάγκες μας σε γυμναστικές και διαβάσματα. Η γυναίκα μου σχεδόν έκλαψε απο συγκίνηση, και φαντάστηκε λέει τον εαυτό της να μοιάζει επιτέλους με την Αννα Βίσση, ενώ εγώ το πήγαινα μάλλον για Καρβέλας.

Η υφαντουργίνα και ο τραπεζίτης έθαψαν και έκλαψαν το φουκαρά τον υφαντουργό με όλες τις τιμές, μου λέει ο πωλητής. Αλλά καταλαβαίνεις, δεν βαστιέται η μοναξιά μέσα σε ενα τέτοιο μεγάλο σπίτι, ο μοναχικός άνθρωπος πλήττει σε τέτοιους χώρους. Και έτσι, η υφαντουργίνα πούλησε το σπίτι, ξεσήκωσε όλα τα λεφτά, και κλέφτηκε με τον τραπεζίτη που είχε άλλωστε και μεγαλύτερο σπίτι. Λένε μάλιστα πως και ο τραπεζίτης βρέθηκε αργότερα νεκρός στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη. Κλέφτες, φίλε μου, γεμάτος ο κόσμος κλέφτες. Και ξέρεις κάτι ακόμα, ολοκληρώνει ο πωλητής. Κάποιοι λένε πως το σπίτι αυτό είναι στοιχειωμένο. Γι αυτό και είναι ακόμα απούλητο.

Δεν συνεχίσαμε όμως την ονειροπόληση, γιατί η ώρα ήταν ήδη έξι παρα τέταρτο, και έπρεπε να σηκωθούμε για δουλειά. Ηδη η ηλεκτρονική καφετιέρα σφύριζε και εκείνη σπαστικά στην κουζίνα. Αντικρύζοντας απο το παράθυρο το ενα μέτρο χιόνι που ήταν ήδη συσσωρευμένο στην είσοδο του σπιτιού μου, έφερα ξαφνικά στο μυαλό μου, το δυστυχο υφαντουργό με τους αργαλιούς του, τα ρούμια του, τους σκλάβους του και τα γκομενάκια του, τις δέκα εταιρίες που θα με βοηθούσαν να ζήσω επιτέλους σαν άνθρωπος, τα πορτραίτα των ευγενών, την υφαντουργίνα που καρίδωσε τον υφαντουργό, τον τραπεζίτη που έκλεψε την υφαντουργίνα. Αν όλοι αυτοί κυκλοφορούσαν στοιχειωμένοι τα βράδια στην εξωτική βικτωριανή έπαυλη, μαζί με τους μάνατζερς, τους σκλάβους απο τη Γκάνα και τις εργάτριες των αργαλιών, τότε το σπίτι αυτό θα ήταν μια όαση οικογενειακής ευτυχίας.

Καθώς έβαζα τον πρωίνό καφέ μου για να στανιάρω απο τους εφιάλτες που έβλεπα τελευταία στον ύπνο μου, αναρωτήθηκα αν ήταν και η ώρα να πάρω τα ηρεμιστικά μου χάπια...

Sunday, January 9, 2011

Detroit Lives

Στην απίθανη ανοδική του πορεία πριν μερικές δεκαετίες, ο αμερικανικός καπιταλισμός γέμισε τον κόσμο με κήπους της Βαβυλώνας, τεράστιες πανέξυπνες επιχειρήσεις με πολύπλοκα, μαζικά και χρήσιμα προιόντα, έδωσε δουλειές και ελπίδα σε εκατομμύρια ανθρώπους, ανέβασε την μεσαία τάξη σε τεράστια ύψη, και έφτιαξε μέσα σε μια βραδιά βιομηχανικές μεγαπόλεις. Οπως την πόλη του Detroit. Ενα πάμπλουτο βιομηχανικό κέντρο, απόλυτο όνειρο μιας μεσαίας τάξης με δύο σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη, επιπλωμένα νοικοκυριά.

Για όσο κράτησε το Disneyland των μεσαίων, o μισθός του πατέρα συντηρούσε το σπίτι, πλήρωνε τα δάνεια, και παρείχε σύστημα υγείας και μόρφωσης. Η πόλη των αυτοκινήτων τα είχε όλα. Μουσική σκηνή, θέατρα, συνδικαλισμένη δουλειά για τους άντρες του σπιτιού. Στη βιομηχανική ιστορία του δυτικού κόσμου, απο το 1945 μέχρι το 1970, το Detroit ήταν η Μέκκα του εργατικού πλούτου, σύμβολο μιας ανάπτυξης που κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν είχε ποτέ βιώσει, οργασμικό σύμβολο παραγωγής μιας χώρας που κατείχε το 75% της παγκόσμιας παραγωγής, τη στιγμή που οι άλλοι δεν είχαν τίποτα. Ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία η μεσαία τάξη δεν ανέβηκε ψηλότερα.

Απο το 1970 και μετά, ο αμερικανικός καπιταλισμός ενέδωσε στις παγκόσμιες συνθήκες που ο ίδιος δημιούργησε, και άρχισε την καθοδική του πορεία. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, οι κήποι της Βαβυλώνας μετατράπηκαν σε σκοτεινούς υπόνομους, ερειπωμένα κτίρια, σεληνιακά τοπία γεμάτα βιομηχανικά απόβλητα και σκουπίδια, δρόμους γεμάτους τρύπες και φθαρμένη άσφαλτο. Ο πλούτος της παραγωγής μετακόμισε σε άλλα κράτη, και η μεσαία τάξη μετακόμισε και εκείνη παίρνοντας μαζί της τη μουσική της, τα θέατρά της, τα μανικιουρισμένα σπίτια των προαστίων, αυτοκίνητα, τηλεοράσεις, έπιπλα, γατιά και σκύλους.

Απο το 75%, η αμερικανική παγκόσμια παραγωγή έπεσε στο 25%. Το συντριβάνι του πλούτου στέρεψε ξαφνικά, και η φαντασιακή πόλη του Detroit έπεσε στο κενό αφανίζοντας ανθρώπους, ελπίδες και όνειρα, δημιουργώντας γύρω της ενα σουρεαλιστικό τοπίο παρακμής. Οταν η λαίλαπα κόπασε η πόλη έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο. Μόνο της εναπομείνων στοιχείο, το λούμπεν προλεταριάτο που κοσμεί κάθε πόλη-φάντασμα. Μια μαύρη κοινωνική τρύπα χωρίς πάτο.

Κάπως έτσι θυμάμαι και εγώ την πόλη, μια φορά που την επισκέφτηκα, πρίν χρόνια, σε ενα οδικό ταξίδι απο το Σικάγο. Στο κέντρο της πόλης οπου ήταν και το ξενοδοχείο μου, δεν έβρισκα πρωί πρωί ούτε ενα εστιατόριο για εναν ζεστό καφέ και μπρέκφαστ. Στη μεγάλη λεωφόρο που κάποτε έσφιζε απο ζωή, τα τεράστια εμπορικά κέντρα είχαν κλείσει απο καιρό, και αντί για βιτρίνες είχαν τώρα πόρτες και παράθυρα ερμητικά κλεισμένα με ξύλινες επιφάνειες καρφωμένες στα κουφώματα. Μια πόλη έρημη και θλιμένη. Σε κάποια διαφήμιση, στην πρόσοψη ενός κτιρίου, η ιδιωτική εταιρεία που το απελύμανε υπερηφανευόνταν πως είχε σκοτώσει πάνω απο 1 εκατομμύριο αρουραίους μέσα σε λίγους μήνες. Ηταν η μεγαλύτερη πόλη-φάντασμα που είχα αντικρύσει ποτέ μου.

Τις βιομηχανικές αυτές πληγές της Αμερικής, και τα πάνω απο 80 χιλιάδες εγκατελειμένα κτίρια του Detroit (πάνω απο 10.000 σπίτια είναι στη λίστα κατεδάφισης του δημαρχίου) επισκέπτονται σήμερα διάφοροι καλλιτέχνες, κατασκευαστές, φωτογράφοι και μικροεπιχειρηματίες, άλλοι γιατί θέλουν να φωτογραφήσουν τον μεταβιομηχανικό παρθενώνα, άλλοι γιατί ψάχνουν ένα χώρο για να απλωθούν, άλλοι γιατί απλά ψάχνουν μια φτηνή ευκαιρία. Ενας ολόλευκος ζωγραφικός κάμβας απλώνεται μπροστά τους. Σπίτια στην τιμή ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, κτίρια ολόκληρα στη διάθεση πλιατσικολόγων, απέραντοι χώροι για δωρεάν κατοικία, χιλιάδες γραφεία για να στεγαστούν νέες επιχειρήσεις και καινούργιες ιδέες. Η πόλη φάντασμα επανέρχεται ιστορικά σαν τόπος πειραματισμού καλλιτεχνών, αρχιτεκτόνων και κατασκευαστών που βλέπουν το βιομηχανικό απόβλητο σαν μια ευκαιρία έκφρασης και πιθανής δημιουργίας.

Ενα καλογυρισμένο βίντεο προβάλει τώρα αυτό που είναι σήμερα η πόλη. Ενα ερειπωμένο φάντασμα με τεράστιες και άδειες λεωφόρους, ενα μνημείο ανθρώπινης παρακμής. Μα και ενα πειραματικό τοπίο ελπίδας συνάμα, με τους δικούς του πρωταγωνιστές που πιστοί στις απίθανες μεταπτώσεις μιας χώρας που πάντα εκπλήσσει, αγωνίζονται να αναστήσουν την αμερικανική ιστορική παράδοση του Frontier. Αν είστε απο εκείνους των οποίων η αισθητική και συναισθηματική έμπνευση δεν εξαντλείται μονον σε πόλεις σαν το Παρίσι και τη Φλωρεντία, αν σας εμπνέει η ιστορία των πόλεων, και αν ο πειραματισμός και το όραμα είναι στο αίμα σας, το φιλμάκι αυτό θα σας αρέσει. Είναι μια απίθανη και αληθινή ιστορία που αποπνέει ελπίδα.



Palladiumboots
vbs.tv