
Και όσα μαζί σιγομουρμούριζαν τις νύχτες του πάθους και του έρωτα, όσα φτιάξαν στο μυαλό τους νοητά, τώρα θα γινόταν πραγματικότητα. Μαζί θα έφευγαν. Σε κάποιο κόσμο μαγικό, καινούργιο, μακριά απο τις άλλες τους πατρίδες, στη μεγάλη πόλη της ελπίδας. Κανείς δεν το γνώριζε. Αυτό ήταν το μυστικό τους. Απ' όσα ποτέ του πόθησε και διεκδίκησε, τούτο το λάφυρο ήταν το μεγαλύτερο. Εκλεβε εναν άλλον άνθρωπο, μια ολόκληρη γυναίκα. Την γυναίκα που αγαπούσε.
Είχε αναβάλει και το ταξίδι του στην πατρίδα. Θυμήθηκε ξαφνικά τη παλιά του γειτονιά με τα ηλιοκαμμένα χωράφια, και με την ανηφόρα που οδηγούσε στον αη Γιώργη, εκεί που είχε κάνει τάμα να ξαναγυρίσει στην πατρική του γή, εκεί που η μητέρα και ο πατέρας είχαν ευλογήσει τον πηγαιμό του. Που ανήκε; Την περίμενε στο μικρό παρκάκι. Είχε μαζί του ό,τι χρειαζόταν για το ταξίδι. Τις βαλίτσες και τέσσερις χιλιάδες δολλάρια. Μια μικρή περιουσία.

Μια μουσική ξεχύνονταν στο δρόμο, υπόκρουση και αποκούμπι των ξενητεμένων που είχαν αφήσει τα μακρινά νησιά της Καραϊβικής για μια κανούργια ζωή στην μεγάλη πόλη. Το πρώτο πράγμα που αγόρασε ήταν μια ζουμερή pachita, το "φρούτο του πάθους". "Θα σε κάνει ταύρο", του είπε ο πωλητής με το μυώδες σώμα την άσπρη φανέλα και τις χρυσές αλυσίδες. Κάποια σέξυ καλλονή που καθόταν δίπλα του ξέσπασε στα γέλια. Επινε κι αυτή φαίνεται τους χυμούς της.

Μα τη μικρή του Τζούλια, θα την έκλεβε κι απ' το Θεό τον ίδιο. Μικτό ή καθαρό το αίμα της, δεν είχε σημασία. Αίμα ανθρώπινο ήτανε. Πόσο θα τον τυραννούσαν οι ευρωπαϊκές του τυραννίες, τα φαντάσματα του παλιού του κόσμου; Μα η φανταστική του Τζούλια, είχε τη λύση. Το αίμα θα καθάριζε, ανακοίνωσε. Θα γινόταν άσπρο, ευρωπαϊκό. Ετσι γίνεται πάντα στις επιμιξίες. Αλλες τυραννίες και απο δώ, άλλα φαντάσματα, σκέφτηκε, καθώς άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος. Το πολύ πολύ να κάνουμε μετάγγιση μωρό μου, δήλωσε η Τζούλια. Να βάλουμε νέο αίμα, νεουορκέζικο. Το καλύτερο αίμα στον κόσμο.

Μια ενδιαφέρουσα ανθρωπολογική κουστωδία προσωπικοτήτων τον τίμησαν στο γάμο του. Κάποιες παλαβιάρες νεουρκέζες τύπισσες (liberal ειναι ήπιος τίτλος), οκτώ κουβανοί και δομινικάνοι μουσικοί που έκαναν τη γειτονιά αντάρα με τα χορευτικά τους, μια ομάδα Πορτορικανών χορευτών, ο πλούσιος έλληνας εστιάτορας της τότε παρέας που έστρωσε τον μπουφέ με απίθανα φαγητά, η τριώροφη τούρτα με τα δύο γουρουνάκια να φιλιούνται στην κορυφή, τα παιδιά του εστιατορίου απο το Μεξικό με τα εξωτικά ποτά τους, η φίλη Κλαίρ, απο το CUNI, που τον μύησε στα άδυτα της ανθρωπολογίας που ακόμα κουβαλούσε μαζί του. Η τέλεια αρχή.
Παρών βέβαια και ο φουκαράς υπάλληλος του δημαρχείου της Νέας Υόρκης, ο κύριος Justice of the Peace, που έκανε μεν τον γάμο, αλλά μετά μέθυσε, και κοιμήθηκε στον καναπέ (και δεν βρίσκανε και το πιστοποιητικό). Ολες οι καλλονές της γειτονιάς έκαναν την εμφάνίσή τους, αλλες με καυτά σορτσάκια, μερικές ντυμένες αλα Ρίο, με πολύχρωμα φτερά και μαγιώ. Τις πατσίτες τις έβαλε ο γείτονας τυπάς με την αθλητική φανέλα και τις χρυσές αλυσιδίτσες. Ενα απίθανο πάρτυ μέσα στο κάμα του καλοκαιριού, υπο την βοήθεια ανεμιστήρων. Εκείνο το υγρό καλοκαίρι της απόδρασης και προσωπικής επανάστασης θα έμενε για πάντα στην Ιστορία.
Κι ανοιξε έτσι μόνος του τη μεγάλη πόρτα της ζωής που ονειρευόταν απο παιδί, ατίθασο και περίεργο στον υπο κατασκευήν ελιτίστικο εκκεντρισμό του, κορυφώθηκε αισθησιακά η κατανόηση του κόσμου που πάντα ζητούσε να μάθει. Ανάκατα θεοί, γλώσσες , μουσικές κι ανθρώποι, η συνταγή της ύπαρξης. Αγάπη κι όνειρα έξω απο όλα τα σημεία αναφοράς, η κορυφή του κόσμου. Αχρηστες οι διδαχές, τα πολιτιστικά τσιτάτα, άχρηστα τα βιβλία που μια ζωή σε σμιλεύουν νοητικά. Η απο μέσα προσωπική εμπειρία είναι ολόκληρος ο κόσμος. Ο αληθινός. Απ' όλες τις επαναστάσεις της ζωής, φουκαρά μου, η προσωπική είναι η καλύτερη, εκείνη που αφήνει πίσω της τα πιο βαθιά και αιώνια σημάδια. Η ζωή είναι ενας κήπος, θυμήθηκε κάποιον να λέει, μπαίνεις μέσα κι αρπάζεις όσα λουλούδια μπορείς και σου ανήκουν. Οσα μπορείς χρυσό μου...
--------------------------------------------
Ενα ποστ-εξαίρεση. Για το καλοκαίρι.
Τέλειο. Αυτοβιογραφικό να υποθέσω?
ReplyDeleteΤι να προσθέσω; Οχι έγραψες αλλά ζωγράφισες με το κείμενό σου αυτό, λίγες μέρες πριν φτάσεις στην πατρίδα!
ReplyDeleteπότε μας έρχεσαι μάκη;
ReplyDeleteωραία η περιγραφή, δε μας είπες όμως, η κοπέλα ήταν ιρλανδέζα;
Στον έρωτα έρχεσαι άοπλος, παραδίνεσαι. Μόνον τότε έχεις ελπίδα να μετέχεις της μυσταγωγίας. Δεν είναι παίξε - γέλασε: κλέβεις στιγμές από την αιωνιότητα. Ας είναι και για ένα βράδυ...
ReplyDeleteDormammu -
ReplyDeleteΑυτοβιογραφούμενος, αυτοσαρκαζόμενος και αυτοααναλυόμενος, το ποστ κανει αυτο που εκανε παντα. Λογοτεχνίζει το αποσταγμα μιας αληθινής ιστοριας αφήνοντας εσκεμμενα και λιγο μυστηριο. Ωραιο δεν ειναι;
--------
Ιρλανδία? Ρια μου βγαζω κιτρινη καρτα. Τα υπολοιπα εν Ελλαδι. Μια μερα εμεινε.
--------------------------------
Χαιρομαι που σου αρεσε φιλε giant. Και ελεγα, να το βαλων, να μην το βαλω, τελικα το εβαλα. Νασαι καλα.
------------------------
Σωστα φιλε univers, το αποσταγμα μενει στην αιωνιότητα. Μακαριοι οι γνωριζοντες:)
Αντε να ετοιμασω και τις βαλιτσες μου...
ReplyDeleteΚι εγώ ετοιμάζω βαλίτσες φίλε Locus και ευτυχώς έπεσα πάνω στο κείμενο σου. Καταπληκτικό θα έλεγα, αν επρόκειτο για λογοτεχνικό έργο, αλλά δεν είναι...είναι μία απλή περιγραφή της ζωής. Μία ζωής που δεν μαθαίνεις από κανένα βιβλίο, αλλά μόνο αν γευτείς την pachita.
ReplyDeleteΚαλά να περάσεις!
post-εξαίρεση = αριστούργημα.... καλώς να σε δεχτούμε..!!!!
ReplyDeleteΝίκο, Μαρία, σας ευχαριστώ. Βρίσκομαι στα πάτρια. Και όσοι μπορείτε,
ReplyDeleteΣυνάντηση των Bloggers
Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010, 7 μ.μ.
Bιβλιοπωλείο Ιανός
Σταδίου 24, Αθήνα