Thursday, November 12, 2009

Πέραν των Τειχών

Εκατέρωθεν του γερμανικού τείχους, ζούσαν κάποτε δύο λαοί που στην ουσία ήταν οι ίδιοι, με τα ίδια εθνικά χαρακτηριστικά, ίδια φυλή, γλώσσα και θρησκεία, ίδια ιδεοληψία περί έθνους και πατρίδας, ίδια φυλετική και πολιτιστική ρίζα.

Η Ιστορία τους χώρισε για λίγο με το ζόρι, αλλά η διορθωση ήρθε γρήγορα, με μια ένωση πραγματική και ουσιαστική. Ηταν κάτι που και οι ίδιοι οι γερμανοί επιθυμούσαν. Ισως τα δύο ιδεολογικά συστήματα να τους δημιούργησαν συναισθηματικές και νοσταλγικές προτιμήσεις, ίσως η μία πλευρά να αγόρασε την άλλη, και σίγουρα η δυτική πλευρά ηταν πιο πλούσια και προετοιμασμένη για τους παγκόσμιους καιρούς που ζούμε, αλλά οι γερμανοί σαν λαός, ποτέ τους δεν διαφώνησαν στο πώς θα κυβερνούσαν την ενωμένη Γερμανία, άλλωστε η νέα Καγκελάριος είναι ανατολικογερμανίδα. Η πολυπληθέστερη και πιο πλούσια Δυτική Γερμανία, δέχτηκε σαν κυβερνήτη της μια γυναίκα που μεγάλωσε στο αντίθετο, κομμουνιστικό σύστημα. Στη σημερινή ενωμένη Γερμανία, υπάρχει μόνον μία γλώσσα, μία εθνική συνείδηση, και ενα σύστημα παιδείας που παράγει μία και μόνον μία συλλογική εθνική συνείδηση.

Μέρες σημαδιακές που ζούμε, γεμάτες ιστορικό συμβολισμό, λογικό και για τον Ελληνισμό να σκέφτεται και το προβλημα της Κύπρου. Μπορεί η Κύπρος να επανενωθεί όπως διατείνονται οι περισσότεροι πως επιθυμούν; Mπορεί το Τείχος της διχοτόμησης να πέσει και πάλι στο νησί, να ενωθούν οι Κύπριοι, να γίνει η Κύπρος Βερολίνο;

Δεν έχω επισκεφθεί το νησί, δεν έχω βιωματική εμπερία απο την καθημερινότητά του, δεν έχω φίλους απο καμμία πλευρά, ούτε και γνώση που υπερβαίνει την καθημερινή ειδησεογραφία και τον μέσο άνθρωπο. Αλλά ως απλος παρατηρητής των γεγονότων και της ιστορικής εξέλιξης του νησιού, διατηρώ πολλές επιφυλάξεις για το αν η επανένωση της Κύπρου είναι εφικτή.

Για δύο πρωταρχικά λόγους:

(1) Αντίθετα απο το Βερολίνο, εκατέρωθεν των τοιχών της Κύπρου, ζούν σήμερα δύο διαφορετικοί βιωματικά λαοί, με διαφορετικές κουλτούρες, θρησκείες, γλώσσες και συνήθειες, διαφορετική ιδεοληψία περί έθνους και πατρίδας, διαφορετική φυλετική, πολιτιστική και συνειδησιακή ρίζα. Οσο ήταν εκεί η εγγλέζοι, οι δύο πλευρές ζούσαν αρμονικά κάτω απο τη μπότα της αγγλικής κοινοπολιτείας. Οταν έφυγαν οι εγγλέζοι, η αρμονία μάλλον διαλύθηκε, η Ελλάδα έχωσε τη μύτη της παντού ζητώντας ένωση, στέλνοντας στρατό για προστασία, και αν δεν κάνω λάθος κατα την εποχή του Μακαρίου, οι τουρκοκύπριοι περνούσαν οδοφράγματα ανάλογα με εκείνα των Παλαιστινίων.

Αν αυτή η συνύπαρξη ήταν τόσο αρμονικη όσο διατείνονται πολλοί, τότε σε ποιά έμπρακτη πραγματικότητα εξωτερικευόταν; Στην πολιτική συγκυβέρνηση του νησιού; Κυβερνούσαν μαζί έλληνες και τούρκοι την Κύπρο; Hταν ο Μακάριος πρόεδρος όλων των Κυπρίων; Υπήρχαν τούρκοκύπριοι στις τοπικές κυβερνήσεις του νησιού, υπήρχαν σχολεία που δίδασκαν ιστορική συνείδηση ένωσης και συνύπαρξης πέραν των συνειδησιακών ορίων του Ελληνισμού ή του Τουρκισμού; Και αν σήμερα γίνει επανένωση του νησιού, τί σχολεία, θα έχουμε; Τί είδους συλλογική συνείδηση θα επικρατήσει στο νησί;

(2) Ούτε και η ελληνοκυπριακή μεριά με έχει πείσει πως επιθυμεί ένωση. Αντίθετα μάλιστα, εχω την εντύπωση πως επιθυμεί απόλυτη διχοτόμηση. Στην ιστορική της εξέλιξη μετα την εισβολή, η ελληνοκυπριακή μεριά οραματίστηκε να γίνει μια καινούργια Ελβετία, ενας φορολογικός παράδεισος κλεμμένου ευρωπαϊκού και ρωσικού πλούτου. Ακούω πως το νησί, κατα τα πρότυπα άλλων φορολογικών παραδείσων, ειναι η νομική βάση χιλιάδων Ρωσικών εταιριών που ξεπλένουν χρήμα. Ακούω επίσης πως το νησί ειναι ο νομικος παράδεισος κατασκευής παράκτιων εταιριών και πως κατα την διάρκεια του πολέμου της Σερβίας, ό πλούτος της σερβικής κλίκας μεταφέρονταν εκεί αεροπορικά με την βοήθεια της κυπριακής κυβέρνησης. Μαθαίνω επίσης πως ο κ. Τάσσος Παπαδόπουλος ήταν πρωγαγωνιστής της μεταφοράς αυτής, με νομικές συμβουλές προς τους μεταφέροντες. Πως πάνω απο 12 δις σερβικά ευρώ έχουν "χαθεί" κάπου στην Κύπρο. Και κατα την διάρκεια των συνομιλιών για την ένταξη της ελληνοκυπριακής πλευράς στην ΕΕ, πουθενά δεν είδα κάποια μέριμνα για την άλλη πλευρά, το μέλλον της, την νομική της υπόσταση, την συμμετοχή της. Αν οι ελληνοκύπριοι επιθυμούν ένωση, γιατί δεν νοιάστηκαν και για τα αδέλφια τους, τους τουρκοκύπριους, που σήμερα ζούν αποκλεισμένοι, πολιτικά, εμπορικά και διπλωματικά, χωρίς αναγνώριση, διαβατήρια και εμπόριο;

Οποιο σχέδιο τύπου Ανάν και αν εμφανιστεί στο μέλλον, ακόμα και αν περιέχει την πλήρη αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων απο το νησί, σίγουρα θα περιέχει πολιτική συγκυβέρνηση. Και κάτι τέτοιο, οι ελληνοκύπριοι το έχουν ήδη απορρίψει. Και πέραν τούτου, σε πρακτικό και καθημερινο επίπεδο, η όποια λύση, θα απαιτήσει εγγυήσεις για την πολιτιστική συνύπαρξη δύο εθνικών μειονοτήτων, σε νομικό, γλωσσικό και θρησκευτικό επίπεδο. Και κάτι τέτοιο, ως απλος παρατηρητής, δεν βλέπω να το επιθυμούν καθόλου οι ελληνοκύπριοι.

Βολεμένοι στις ευνοϊκές εξελίξεις των τελευταίων ετών (μετά την εισβολή), η ελληνική πλευρά κερδίζει απλά πολιτικό χρόνο. Το επόμενο χτύπημα θα είναι δυνατότερο του Μακεδονικού. Οι συνεχείς απορρίψεις της ελληνικής πλευράς για επανένωση, θα οδηγήσει στο αναπάντεχο - την αναγνώριση των κατεχομένων ως επίσημο ανεξάρτητο κράτος. Αρκεί μια δήλωση της Αμερικής, ή της Ευρώπης για να μας έρθει ο κόσμος ανάποδα. Γιατί στην Ευρώπη που δεν επιθυμεί Τείχη, συμπεριλαμβάνονται και οι τουρκοκύπριοι. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε πως θα συνεχίσουν επ' άπειρον να υπάρχουν στο κενό, χωρίς νομική υπόσταση, εμπόριο και ευρωπαική συμμετοχή. Και όταν γίνει αυτό, τι ακριβώς είμαστε προετοιμασμένοι να κάνουμε;

Monday, November 9, 2009

Μετανάστευσης γεννήματα

Τη δεκαετία του 60, δύο νεαροί άνθρωποι που δεν γνωρίστηκαν μεταξύ τους ποτέ, ξεκίνησαν δύο διαφορετικά ταξίδια. Δύο απίθανα ταξίδια. Και καθοδόν προς το άγνωστο, η Ιστορία τους άλεσε χωρίς έλεος, φτιάχνοντας δύο σενάρια που φαντάζουν για πολλούς εξωπραγματικά. Τους συνάντησα τον καθέναν τους ξεχωριστά, και μου διηγήθηκαν την εμπειρία τους. Σήμερα, θα προσπαθήσω να τους χωρέσω σε ένα πόστ. Αλλαξα μόνον τα ονόματά τους.

Η Αγγελική δέχτηκε το προξενιό καλοκαίρι στην Ελλάδα. Το κανονίσαν συγγενείς. Ο νεαρός ήταν ευπαρουσίαστος, σοβαρός, και μορφωμένος έμπορος της Θεσσαλονίκης που είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Κάτω απο τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, ανάμεσα σε κάποια οικογενειακά τσιμπούσια και δραματικά ζειμπέκικα της εποχής, σε μια ατμόσφαιρα φορτωμένη απο συναισθηματισμό, η νεαρή Αγγελική είδε μπροστά της την ευκαιρία να ξεφύγει απο τη φτώχεια της εποχής, τους φωταγωγούς των πόλεων, και να αρχίσει μια ζωή με άνεση. Είχε άλλωστε και μικρότερες αδελφές να βοηθήσει.

Χειμώνα έφυγε η Αγγελική απο την Ελλάδα. Βρέθηκε στην Νέα Υόρκη με καράβι, εβδομάδες ταξίδι μέσα απο μια θάλασσα τόσο πλατιά, όσο και τα όνειρά της. Φοβισμένη, έρημη και μόνη. Φτάνοντας στο λιμάνι της ελπίδας, σημείο άφιξης εκατομμυρίων ξεριζωμένων, και μετά απο επίπονες διαδικασίες, χωρίς γλώσσα και κοσμοπολιτισμό, βρέθηκε στριμωγμένη σε ενα τρένο καθοδόν προς το Σικάγο. Δεν είχε δεί ποτέ της τόσο χιόνι, τόση παγωνιά, τόση ερημιά. Ταξίδεψε περίπου δύο μέρες, με αργό ρυθμό, φορώντας όσα ρούχα είχε κουβαλήσει μαζί της, και αγναντεύοντας τις απέραντες και έρημες εκτάσεις με φρίκη. Στο τέλος, έφτασε στην πόλη των ανέμων, με θερμοκρασία -30 βαθμούς. Εκεί θα ξεκινούσε τη νέα της ζωή.

Αυτός που την περίμενε, ήταν ενας άνθρωπος που κάποτε ζούσε στη Θεσσαλονίκη, και είχε ξεριζωθεί. Στο κρύο του σταθμού, καθώς η Αγγελική έδωσε για πρώτη φορά το χέρι της στον άγνωστο άντρα που θα γινόνταν σύζυγός της, κατάλαβε αμέσως πως η συνείδηση του άντρα της δεν ήταν ελληνική. Ούτε και η γλώσσα του. Ο νεαρός σύζυγος ήταν Βούλγαρος στη γλώσσα και στην ψυχή, καλός ανθρωπάκος της σειράς, που κάποτε ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ξεκομμένος απο την Βουλγαρία, και κρατώντας τα στοιχεία του θολά, είχε απευθυνθεί για νύφη στην Ελλάδα. Στη νέα του πατρίδα, ήταν απλά ενας ακόμα αμερικανός. Και αυτό αρκούσε.

Η ελληνίδα και ο βούλγαρος έζησαν λίγα χρόνια ευτυχισμένα. Εκαναν και μια κόρη μαζί, την Τάνια. Μα καθώς τα χρόνια περνούσαν, λίγο η πατρίδα, λίγο η νοσταλγία, λίγο η ταυτότητα και η γλώσσα, η συμβίωσή τους ναυάγησε. Η Αγγελική αισθανόταν παγιδευμένη, και ό σύζυγός της το ένοιωθε βαθιά. Και έτσι μια μέρα, ξαφνικά, ούτε ένα σημείωμα, χάθηκε για πάντα απο τη ζωή της παίρνοντας μαζί του και την κόρη τους. Η μεγάλη χώρα τον κατάπιε για πάντα.

Και η Αγγελική, με τα όνειρα κομμάτια, μην ξέροντας που να ψάξει και που να απευθυνθεί, εγκατέλειψε το βορεινό Σικάγο με τους παγερούς αγέρηδες, και επέστρεψε στην ηλιόλουστη Ελλάδα κουβαλώντας μια καρδιά κομματιασμένη. Βουβό ήταν το σπίτι που την υποδέχτηκε, βουβοί και οι άνθρωποι που της είχαν σχεδιάσει το μέλλον της. Και εκεί, χρόνια μετά, κάτω απο πίεση συγγενών και φίλων, η Αγγελική ταίριαξε με κάποιον ντόπιο, και παντρεύτηκε ξανά. Ευτυχισμένος ο δεύτερος γάμος, καρπός αγάπης και μια κόρη, η Μαρία.

Την ίδια εποχή, ο κύριος Χρίστος, έφευγε για τη Γερμανία. Αφηνε πίσω του γυναίκα και ενα γιό, για το κλασσικό ταξίδι της οικονομικής μετανάστευσης, δουλειά σε φάμπρικα της Στουτγκάρδης. Η νικημένη Γερμανία του πρόσφερε μισθό και σπίτι, μια αξιοπρέπεια που εκείνος είχε ανάγκη. Τα οικονομικά εμβάσματα ήταν μηνιαία, μηνιαία ήταν και τα γράμματα απο το σπίτι, ο καιρός βροχερός, και η δουλειά ατέλειωτη.

Ηταν η εποχή που η Έλλάδα άδειαζε τον άνεργο πληθυσμό της στις βιομηχανικές χώρες του κόσμου. Οι φιλοδοξίες της Γερμανίας να γίνει υπερδυναμη, μειώθηκαν τώρα στην άμεση ανάγκη της να ξαναχτιστεί απο τις στάχτες, να αναπαράγει μια κοινωνική και οικονομική ύπαρξη που η Ιστορία της στέρησε. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο κ. Χρίστος παρέμεινε συνεπής στην ιστορική μοίρα που τούλαχε. Μάζεψε τα χρηματά του, βοήθησε την οικογένεια και το παιδί του στην Ελλάδα, και κάποτε, χρόνια μετά, πήρε κι αυτός τον δρόμο της επιστροφής.

Μόνον που άφησε πίσω του μια εκκρεμότητα. Εναν έρωτα που ένοιωσε για μια Κροάτισσα συνεργάτρια, μια μοναχική και έρημη γυναίκα που δούλευε μαζί του στα αλουμίνια του εργοστασίου, και μαγείρευε νόστιμα φαγητά τα βράδια. Η μοναξιά τους ένωσε, αρχικά σαν φίλους, κατόπιν σαν παροδικούς εραστές. Ενοιωσε πως νοιάζονταν για κείνη, όσο και για τη γυναίκα του, αλλά η ζωή άλλα ζητούσε και άλλα επέβαλλε. Εζησαν μαζί λίγα χρόνια παράνομης χαράς, και απέκτησαν ένα γιό, τον Γιόσκα. Η ψυχολογία της μετανάστευσης όμως, τους έκανε ρεαλιστές. Αποφάσισαν να χωρίσουν, εκείνη θα κρατούσε το παιδί, εκείνος θα γυρνούσε σπίτι του κρατώντας κρυφό το μυστικό τους. Εκείνη θα ζούσε με τη χαρά της μητρότητας, και εκείνος με τη νόμιμη οικογένειά του.

Χρόνια μετά, μια Κυριακή, η Μαρία δέχτηκε ένα τηλεφώνημα. Η φωνή ήταν διστακτική αλλά ευγενής, και η κοπέλα της γραμμής έκανε προσπάθεια να μιλήσει κάποια ελληνικά που σίγουρα δεν ήταν η μητρική της γλώσσα. Ο πατέρας της, κάποιος Βούλγαρος εμιγκρές του Σικάγου, είχε πεθάνει στη Μινεσσότα όπου ήταν το σπίτι τους, και άφησε πίσω του μια λεπτομερή αναφορά της ζωής του. Ο πατέρας ήταν δίκαιος, είπε στο τηλέφωνο η Τάνια, ποτέ δεν κατηγόρησε τη γυναίκα του, και έζησε όλη του τη ζωή με ενοχή που την είχε εγκαταλείψει. Και τώρα, σαν ιστορική δικαίωση, η ίδια ήθελε να δεί και να αγγίξει την κοπέλα που ήταν αδελφή της, που η ζωή δημιούργησε μακριά της, σε άλλη γή, άλλη πατρίδα.

Ενα τέτοιο τηλεφώνημα, πήρε και ο Γιώργος, παιδί του κ. Χρίστου. Κάποιος ευγενικός νεαρός βρισκόταν στην αλλη γραμμή, τηλεφωνόντας του απο μακριά. Είχε σκεφτεί πολύ πριν του τηλεφωνήσει, αλλά όπως η Γερμανία είχε πια γυρίσει σελίδα, έτσι και εκείνος πίστευε πως ο χρόνος συγχωρούσε την απόφασή του. Ηταν ο Γιόσκα, το παιδί της Κροάτισσας. Δεν ήξερε ελληνικά, δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα με τον αδελφό του, αλλά ήθελε να τον γνωρίσει. Η μητέρα του είχει πεθάνει πρίν λίγο, και πίσω της άφησε μια γραπτή αφήγηση για το παιδί της. Ηταν η πρώτη φορά που ο νεαρός Γιόσκα μάθαινε για τον πατέρα του.

Η Μαρία και ο Γιώργος είναι άνθρωποι που πέρασαν απο τη ζωή μου. Φίλοι σε ξεχωριστές εποχές, σημεία ευχάριστης αναφοράς και φιλίας. Εκείνη τρομοκρατήθηκε απο το τηλεφώνημα, και δεν ήξερε αρχικά τί να αποφασίσει. Την πήρε χρόνος να μιλήσει στην Αγγελική για το τηλεφώνημα, ακόμα πιο πολύ να την προετοιμάσει. Σαν η Αγγελική στέριωσε στο μυαλό της τί ακριβώς συνέβαινε, ταραγμένη κι εκείνη για όσα θα επακολουθούσαν, έδωσε την συγκατάβασή της για την συνάντηση.

Και ο Γιώργος, αφού έμεινε για ώρες σιωπηλός κοιτάζοντας τον τοίχο, προσπαθώντας να οραματισθεί πώς θα μπορούσε να συνδεθεί με έναν αδελφό που ήταν γερμανός, κάποιον που δεν μιλούσε κάν τη ίδια του τη γλώσσα, κίνησε κατόπιν να μιλήσει στον πατέρα του. Σαν σε αρχαίο ελληνικό δράμα, πατέρας, γιός και μάνα αντίκρυσαν το θεατρικό κορύφωμα μιας απαίσιας αλλά και όμορφης ιστορικής διόρθωσης, και συμφώνησαν να αφήσουν τη ζωή να συνεχίσει. Η αυλαία άνοιγε για όλους εναν δρόμο που κανείς δεν ήξερε πού οδηγούσε, αλλά που όλοι τους ήθελαν να περπατήσουν.

Καταργώντας όλες τις εθνικές ιστοριογραφίες και υπερβαίνοντας τα λαϊκά στερεότυπα, οι δύο νεαρές κοπέλλες συναντήθηκαν πέρυσι στη Θεσσαλονίκη. Η αμηχανία της στιγμής πνίγηκε στην αγκαλιά της μάνας που ξέβρασε την ψυχή της μπροστά στα δυό της παιδιά, και τους έδωσε την ευχή της να ζήσουν ενωμένα. Η Τάνια θα πρόσθετε τώρα στίς γλώσσες της και τα ελληνικά, η Μαρία τα βουλγάρικα. Και τα δύο αγόρια, τα αδέλφια, επέλεξαν την Κρήτη για να συναντηθούν φέτος το καλοκαίρι, κάνοντας μαζί διακοπές. H δική τους αμηχανία πνίγηκε στη γαλάζια θάλασσα του νησιού, στον ήλιο που σκορπίζει ζωή, και τα νόστιμα ντόπια εδέσματα. Βρήκαν πολλά να τους συνδέουν, πολλά να πούν, και ακόμα πιο πολλά να οραματισθούν. Μετανάστευσης γεννήματα και αποπαίδια της Ιστορίας των ανθρώπων, είχαν βρεί πια τον κοινό τους δρόμο...

--------------------------------------------------------
Τέτοιες ιστορίες θα έχετε όλοι σας ακουστά. Πάνω τους έχουν γυριστεί ταινίες, γραφτεί βιβλία και τραγούδια. Είναι οι ιστορίες που γεννά η απόσταση, γεννήματα της μετανάστευσης και της διπλής ταυτότητας, μέρος της ξεχασμένης ιστορίας των ανθρώπων. Εγραψα αυτό το πόστ γιατί αισθάνομαι μέσα μου βαθιά το τίμημα της απουσίας, και τις πολλαπλές διαστάσεις της μετανάστευσης. Οσοι δεν έζησαν έξω απο τις διαστάσεις του ενός και μόνο πολιτισμού που τους έλαχε, ίσως δυσκολευτούν να το κατανοήσουν. Ολα όσα αποτελούν τον νοητό και συναισθηματικό μας κόσμο, η γλώσσα μας, η θρησκεία μας, ο άμεσος πολιτισμός μας, είναι απλά μία διάσταση ύπαρξης και τίποτα παραπάνω. Και υπάρχουν κι άλλες, που μερικές φορές μας επισκέπτονται βίαια, για να μας υπενθυμίσουν πως είμαστε εδώ για λίγο, πολύ λίγο, αρκετά όμως για να συνυπάρξουμε αρμονικά. Και όσο καλές κι άν ειναι οι ταινίες, πιστέψτε με, το αληθινό υλικό είναι ακόμα συγκλονιστικότερο.

Friday, November 6, 2009

Η συμβουλή του Τσέχωφ

Η μελαγχολική αισθητική του φθινοπώρου με κέρδισε ξανά για μερικές ώρες στο μεγάλο πάρκο της Νέας Υόρκης. Πέρασαν απο μπρός μου γυναίκες καλοντυμένες, δρομείς που αθλούν το σώμα τους, πλανόδιοι μουσικοί, θρησκευόμενοι που προσεύχονταν κάτω απο τα δέντρα, άνθρωποι που ζούν με τα ζώα τους και μόνον. Κάποια παιδιά ενός σχολείου φάνηκαν ξαφνικά και γέμισαν τον χώρο με φωνές, παιχνίδια και κρυφτό. Το κρύο αεράκι, φθινοπωρινό ακόμα σε ισχύ, φυσοβολλάει παντού τα τελευταία φύλλα των δέντρων. Ενας ζεστός καφές θερμαίνει το σώμα ηδονικά.

"Aπο πού εμπνέεσαι τα θέματά σου;", ρώτησαν κάποτε τον Τσέχωφ. "Παρατηρήστε τους ανθρώπους", απάντησε ο Ρώσος συγγραφέας. "Παρατηρήστε τις κινήσεις τους, τα ρούχα που φοράνε, τον βηματισμό τους, τις εκφράσεις τους, τα πράγματα που κουβαλούν μαζί τους. Φανταστείτε τη ζωή τους. Εχετε έτσι όλη την ιστορία". Κάποιος γεράκος με ένα σκυλί καθισε στο απέναντι παγκάκι. Είχε ντυθεί με κουστούμι για την πρωινή του βόλτα με το κατοικίδιο που μάλλον θάταν η μοναδική του συντροφιά. Τον φαντάστηκα κλεισμένο σε καποιο στενό διαμέρισμα της μεγαλούπολης. Φρίκη, το θέμα της μοναξιάς. Και το ζευγάρι στη γωνία, αγκαλιασμένο μέσα στη φθινοπωριά, σίγουρα ονειρεύεται την άνοιξη του ήλιου και των λουλουδιών. Είναι το θέμα του έρωτα, νεανική υπόθεση, πάντα ίδια, με ορμή, διάχυση και ανεμελιά. Το όνειρο της αγάπης.

Βαδίζω στο μικρό δρομάκι αναπνέοντας τη δροσιά του πρωινού. Λίγο πριν την έξοδο στην πολυκοσμία, βλέπω μια οικογένεια να μπαίνει. Μαμά, μπαμπάς, γιός. Οι γονείς είναι σιωπηλοί, σοβαροί στο βήμα τους, ο γιός ντυμένος φαντάρος. Ρούχα καλοσιδερωμένα, προσεγμένη στρατιωτική εμφάνιση. Θάναι απο κείνους που δεν έφυγαν ακόμα για τους πολέμους της αυτοκρατορίας, δεν φαίνεται απο κείνους που γυρνάνε, πάντα τσαλακωμένοι, πολλοί δεν θέλουν πια τα στρατιωτικά. Πότε φεύγει; Mάλλον σύντομα, οι γονείς πήραν ρεπό απ' τη δουλειά να τον ξεπροβοδίσουν, λένε τώρα τις τελευταίες κουβέντες τους ιδιαίτερα στο πάρκο.

Παρατηρώ τους ανθρώπους κύριε Τσέχωφ. Και πράγματι, όλη η ιστορία ειναι εκεί...

Thursday, November 5, 2009

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα

Οχι, δεν έχω πρόθεση να ασχοληθώ με το θέμα, το οποίο καλύπτουν πλήρως άλλοι φίλοι μπλόγγερς. Απλά ήθελα να πώ πως η φωτογραφία με έκανε και γέλασα αυθόρμητα και αληθινά, πρωί πρωί με τον καφέ μου, απεικονίζοντας τη λησταρχική συνδικαλιστική καφρίλα και τα ανθρωποειδή παράγωγά της. Την αναγνωρίζω πλέον απο μακριά. Είναι σαν τα Windows. Εχει το δικό της look and feel.

Τα νέα της επικαιρότητας αποτελουν συχνά περιόδους απέραντης τέρψης (και θλίψης), κυρίως κατα τις πρωινές ώρες του καφέ, όταν περιπλανόμενος σε εφημερίδες και παραφυλλάδες του διαδικτύου, μαθαίνω για τα ιδεολογικά στίγματα (και κυρίως μαχαιρώματα) της ΝΔ, τις μέγιστες στιγμές των οικονομικών της χώρας, την απαράμιλλη πρόοδο των πανεπιστημίων μας, τις πάντα γαργαλιστικές δηλώσεις της Αλέκας ("στο δημόσιο όλοι οι stagers"), το συνήθες αντιεξουσιαστικό ζοχάδιασμα Τσίπρα ("απαιτούνται επειγόντως 100 χιλιάδες διορισμοί"), τις Καρατζαφερικές ατάκες ("χάλασε και το καζανάκι"), τις ηφαιστιακές αναλύσεις της Κανέλλη (και Μάρξ και Ιερώνυμος), τις τοιχογραφίες Σιούφα, καθώς και δράματα τύπου "το δάκρυ του εθνάρχη", το ζοριλίκι του νταβά ("θα έχει να κάνει μαζί μου"), και τους Πασόκους που σιγά σιγά μετατρέπονται σε περαστικούς τουρίστες. Μέσω του ίντερνετ, η περίφημη "περιρρέουσα ατμόσφαιρα" της φραπεδοδημοκρατίας με ακολουθεί ανελέητα παντού.

Το πάντα επίκαιρο κοινωνικοοικονομικό δράμα "ξεπουλάνε τα λιμάνια", μοιάζει με κείνο που είπε κάποτε ο Τσαρούχης για την Εκκλησία. "Είναι ο μόνος σινεμάς που παίζει συνέχεια το ίδιο έργο, και είναι πάντα γεμάτος!". Tη στιγμή που εγώ πρέπει να δουλέψω μέχρι τις 10 το βράδυ για να παραδώσω υπεύθυνα τις υποχρεώσεις του συμβολαίου μου, κάποιοι ταμπουρώνονται συλλογικά πίσω απο τα συνδικάτα για να διαφυλάξουν τις μίζες τους, τις πλαστές υπερωρίες τους, και τα λαδώματα για τις μετακινήσεις εμπορευμάτων. Δικαίωμα στην εργασία εγώ, δικαίωμα στο κλέψιμο αυτοί. Εχω στείλει ένα container στην Ελλάδα ο ίδιος, και ξέρω πολύ καλά τί πλήρωσα για να έρθει ολόκληρο στο σπίτι μου. Αθάνατη Ελλάδα με τις απέραντες αριστερίστικες παντιέρες σου...

Κάποιος φίλος στην Ελλάδα, μου είπε κάτι καλό αυτό το καλοκαίρι, που μου έμεινε. "Είμαι χαρούμενος", μου είπε, "όταν ξέρω ποιός ακριβώς λαδώνεται στην υπηρεσία, οπότε δεν χάνω καθόλου χρόνο και η δουλειά μου προχωράει. Το δυστύχημα είναι να μήν το ξέρεις, και να πρέπει να περιμένεις (και να λαδώσεις έξτρα) να το μάθεις. Εκεί κολλάει η γραφειοκρατία μας"!! Ενας άλλος, επίσης σοφός της γενέτειρας, φοβούμενος πως θα ξεχάσω το "γενικό κλίμα του χαβαλέ" φεύγοντας, με έβαλε και αποστήθισα την ακόλουθη ατάκα: "Αλλος λιάζεται κι άλλος ξεκολιάζεται". Καλό, ε;

Sunday, November 1, 2009

Σκέψεις μιας Κυριακής

Για δουλειά και πάλι στη μητρόπολη του νέου κόσμου, το El Dorado ανθρώπων απ΄όλο τον κόσμο.

Ο προηγούμενος μήνας καταναλώθηκε στην ελληνική επικαιρότητα που απο μακριά μοιάζει περισσότερο σκοτεινή παρά ελπιδοφόρα. Τι άλλο να πούμε φίλοι μπλόγγερς, ιστορίες υπάρχουν, αλλά και λίγη διάθεση. Θάθελα να γλιστρήσω σε αμερικανικά και άλλα θέματα, γεμάτος είναι απο δαύτα ο κόσμος μας, αλλά για τώρα αισθάνομαι πως θέλω να δραπετεύσω για λίγο στους δρόμους της Νέας Υόρκης, κουρασμένος απο τις πολιτικολογίες των τελευταίων εβδομάδων και την καθημερινότητα που βαραίνει και φέτος βαριά. Να περπατήσω χαζεύοντας τα χιλιάδες μαγαζάκια, και πιο πολύ, το πανόραμα των ανθρώπων που την κατακλύζουν. Απαραίτητα θα περάσω και απο το Μetropolitan, το αγαπημένο μου μουσείο.

Απ όλα τα μέρη αυτού κόσμου, Νέα Υόρκη και Λονδίνο είναι οι δύο μόνες πόλεις που αξίζουν τον χαρακτηρισμό "global cities". Γιατί περιέχουν μέσα τους βαθιά την πανσπερμία και τη διαφορετικότητα όλων των φυλών του κόσμου, μια απέραντη ενέργεια που είναι μεταδοτική, και μια ανοχή πραγματικής συμβίωσης ετερόκλητων πολιτισμών που μοιράζονται μεταξύ τους, χωρίς να απειλούν και να απειλούνται. Την πιο όμορφη προσωπική μου περίοδο μακριά απο την πατρίδα, την έζησα εδώ κάποτε, ερχόμενος απο το πουθενά, νέος της κάτοικος, την εποχή της Αμφισβήτησης και των εσωτερικών αναζητήσεων. Είναι ωραίο να μπορείς κάποτε να ζείς μέσα σε ενα όνειρο ελπίδας, με φόντο τη βοή ανθρώπων που κι αυτοί ονειρεύονται.

H Νέα Υόρκη είναι απο μόνη της ένα ξεχωριστό έθνος. Θα έχετε ίσως ακούσει το σύνθημα "US get out of New York!". Περιέχει την αλήθεια. Πέρα απο τη μεγάλη μητρόπολη, απλώνεται μια βαθιά γή συντηρητισμού που ποτέ δεν αισθάνθηκα πως με αφορά άμεσα. Και είναι τραγικό πως αυτό το μέρος, το τόσο ανοιχτό και αισιόδοξο, επέλεξαν κάποτε να χτυπήσουν οι τρομοκράτες. Λογικά βέβαια. Την αισιοδοξία και την ελπίδα χτυπάς, τον κόσμο της ζωντάνιας. Τι να χτυπήσεις ας πούμε απ' το Κάνσας...

Στο νεπαλέζικο εστιατόριο που έφαγα, ο ιδιοκτήτης άφησε για λίγο την κουζίνα, έπιασε κάποιο περίεργο μουσικό όργανο, και κάθησε στο κέντρο του μαγαζιού τραγουδώντας ενα αργόσυρτο ασιατικό τραγούδι. Ηταν ο τελευταίος εναπομείνων καλλιτέχνης μιας μουσικής παράδοσης του Νεπάλ, που τώρα χάνεται, και μαζί της μια ολόκληρη μουσικογραφία παραδοσιακών τραγουδιών, σε μια διάλεκτο των Ιμαλαίων, που κι αυτή αργοπεθαίνει. Αλλά όταν η παράδοση του Νεπάλ πεθάνει, με πληροφορεί, θα μείνει πίσω η ηχογράφηση που έκανε εκείνος στη Νέα Υόρκη, μόνη και μοναδική στον κόσμο, γι αυτούς βέβαια που θάρθουν να την ψάξουν.

Συχνός επισκέπτης των βιβλιοπωλείων, βρίσκομαι θαρρώ στη Μέκκα του βιβλίου. Τις σύγχρονες βιβλιογραφίες τις βρίσκω παντού, ακόμα και στο ίντερνετ. Αλλά υπάρχουν και άλλες που θέλουν ψάξιμο, και μεράκι. Είχα απο παλιά μια ιδιαίτερη αγάπη και έφεση στα Ανθρωπολογικά θέματα, τις ανθρωπολογικές έρευνες, τις γλωσσολογίες, και τις αφηγήσεις ανθρώπων που χάθηκαν σε ξεχασμένα μέρη, ανάμεσα σε κουλτούρες άγνωστες και ακατέργαστες. Σήμερα, σε κάποιο βιβλιοπωλείο της περιοχής, βρήκα ένα ακόμα κομμάτι για την συλλογή μου. Ενα κιτρινισμένο αφήγημα - συλλογή προσωπικών σημειώσεων των Ανθρωπολόγων Alfred Kroeber, Βronislav Malinowski, Levi Strauss, και άλλων. Ηταν στην πόλη της Νέας Υόρκης που συγκατοίκησα κάποτε με μια ομάδα ανθρώπων που στη συνέχεια έκαναν διδακτορικά ανθρωπολογίας στη Βραζιλία, την Ινδονησία, το Μάντσεστερ της Αγγλίας. Μου κόλλησαν και μένα του χούι τους, που το κουβαλάω ακόμα μέσα μου.

Νεουορκέζικια εκκεντρικούρα και το Gershwin Hotel που καταλύω. Κάποιες φωτεινές "κατσαρίδες" φωταγωγούν την είσοδό του, αφηρημένη τέχνη κάποιων Δανών καλλιτεχνών που έβαψαν τα πάντα στο κτίριο, μέσα και έξω, με απίθανα φωτεινά χρώματα. Κάθε πλευρά του τοίχου και άλλη απόχρωση, κάθε επιφάνεια και διαφορετικό χρώμα. Και τα υδραυλικά του, παλιά και βαμμένα και κείνα, με τις σωληνώσεις τους να διακοσμούν τους ανοιχτούς χώρους, μια μπανιέρα του περασμένου αιώνα στο κέντρο του δωματίου, φωτογραφίες εκκεντρικών τυπάδων, του Νταλί, Πικάσο και Φουκώ, να κρέμονται παντού. Μια πλευρά του τοίχου σε κάθε δωμάτιο, αποτελείται απο graffiti ζωγραφισμένο απο μαθητές σχολείων τέχνης.

Κάποιο μουσικό γκρούπ του δρόμου, που έπαιζε μια μελαγχολική θρησκευτική μουσική, μου πούλησε ένα cd τους. Είναι οι μουσικοί του δρόμου, που τους συναντάς παντού, περαστικοί ταξιδιώτες, πάντα άφραγκοι, πάντα άγνωστοι, συχνά μεγαλοφυείς. Εχω μια ολόκληρη συλλογή απο δαύτους, πρωτογενή λάφυρα κι αυτά, της διαφορετικότητας. Μ΄αυτούς, κι ενα καλό κόκκινο κρασί θα κλείσει κι απόψε η βραδιά της Κυριακής. Πάντα αντιπαθούσα τα βραδινά της Κυριακής. Μούφερναν μια αίσθηση τέλους, μια μελαγχολία. Και πάντα τις έπνιγα στη μουσική και το διάβασμα. Αύριο είναι μια καινούργια μέρα. Εχω πρωινό ραντεβού με τον λογιστή της εταιρείας. 114 χιλιάδες δολλάρια μηνιαίο ενοίκιο πληρώνει η εταιρεία στο Εmpire State Building, και οι δουλειές είναι πεσμένες.

Στα τελευταία μου ταξίδια, νοιώθω πως διαπιστώνω μια κοινωνιολογική αλλαγή. Ισως να κάνω λάθος, αλλά ξέρω αυτή την πόλη καλά, και δικαιούμαι μια μικρή γνώμη. Η Νέα Υόρκη έχει γίνει πολύ πιο πλούσια απο παλιά, όλοι οι who is who του κόσμου διεκδικούν ενα κομμάτι της, οι τιμές των ακινήτων έχουν πλέον εκραγεί, κάποιοι νόμοι που προστάτευαν το rent control έχουν καταργηθεί, και οι φτωχοί και μεσαίοι μου φαίνεται πως έχουν αρχίσει να εξαφανίζονται απο το Manhattan προς τις περιοχές του Bronx, του Queens, του Brooklyn και του Staten Island. Ο δήμαρχος έχει μετατρέψει το Times Square σε υπερφίαλο φωτεινό theme park γκλαμουριάς για τουρίστες (που ενοχλεί τους συνειδητοποιημένους Νεουορκέζους), και κάποιο άρθρο στους σημερινούς Times αναφέρει πως η πόλη βουλιάζει υποδομικά, και χρειάζεται άμεσα 30 δις δολλάρια για επισκευές δρόμων, γεφυρών και σχολείων. Κάποιο κομμάτι της ψυχής αυτής της πόλης, το μοναδικό μέρος στο κόσμο που παρέχει τόση Τέχνη, Μόδα, Φαγητό, και Εμπόριο σε λίγα μόνον τετράγωνα, έχει αρχίσει να μετακομίζει.

Πληκτρολογώ τις τελευταίες σκόρπιες σκέψεις και πατάω το κουμπί της ανάρτησης. Οι σκέψεις χάνονται στην μπλογκόσφαιρα, τον άλλον απέραντο κόσμο της πληροφορίας και συνύπαρξης. Μάταια ίσως, για όσους βέβαια θέλουν να τις δουν...

Saturday, October 31, 2009

Happy Halloween

Artwork by Anna
The Witches of Salem
Boston, MA 2009

Friday, October 30, 2009

Επονται μέγιστες στιγμές

Αναπαράγω σ' αυτό το πόστ, ένα άρθρο του κ. Μανδραβέλη, για να κλείσει ο μήνας της άκρατης πολιτικολογίας, με την υπενθύμιση πως στο επόμενο χρονικό διάστημα θα γιορτάσουμε 2 εθνικές επαιτείους. Στις 17 Νοεμβρίου το Πολυτεχνείο, και στις 6 Δεκεμβρίου τα Δεκεβριανά. Οι απανταχού της Ελλάδας πολιτικές δυνάμεις, φαίνεται πως έχουν επιλέξει την πολιτική τους τοποθέτηση για όσα επέρχονται. Προσωπικά, συντάσσομαι με τα διεθνώς κινούμενα golden boys που προσφέρουν Ιnformation Τechnology υπηρεσίες ανα τον κόσμο. Είς το επανιδείν.

---------------------------------------------------------------------
Tου Πασχου Μανδραβελη / pmandravelis@kathimerini. gr

Είναι προφανές ότι, όταν συλληφθούν οι ψυχασθενείς με τα καλάσνικοφ, μπορούν να ζητήσουν την αθώωσή τους ισχυριζόμενοι ότι «τελούσαν υπό νομική πλάνη, θεωρώντας ότι στο πλαίσιο της διαμαρτυρίας αντίστοιχες ενέργειες καταγράφονται συχνά». Δεν είναι καλαμπούρι, είναι το σκεπτικό του εισαγγελέα Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης, με το οποίο αθώωσε έξι νεαρούς, οι οποίοι «έχτισαν» εντός του γραφείου τον αντιπρύτανη του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου κ. Θανάση Καραμπίνη. Ο εισαγγελέας της έδρας διαπίστωσε ότι «τα αδικήματα της άσκησης βίας και της διατάραξης οικιακής ειρήνης φαίνεται από τις καταθέσεις και τα στοιχεία της δικογραφίας ότι έχουν αντικειμενικά διαπραχθεί». Παρ’ όλα αυτά, οι έξι «χτίστες» αθωώθηκαν διότι νόμιζαν ότι «νόμος είναι το δίκιο του φοιτητή να χτίζει εντός των γραφείων του τους πρυτάνεις».

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του βουλευτή του Συνασπισμού κ. Τάσου Κουράκη, ο οποίος ταξίδεψε μέχρι την Ξάνθη για να υπερασπιστεί το δίκιο των χουλιγκάνων να διαμαρτύρονται όπως γουστάρουν, ακόμη και με μυστρί, λάσπη και τούβλα (η λάσπη κυριολεκτικά και μεταφορικά). Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση του Συνασπισμού, «ο Τάσος Κουράκης επαίνεσε τη στάση των φοιτητών, οι οποίοι υπερασπίστηκαν τον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου, και καταφέρθηκε κατά του εισαγγελέα, ο οποίος στοχοποίησε τους έξι φοιτητές, που υλοποιούσαν απόφαση του συλλόγου τους, στρεφόμενος εμμέσως κατά του πανεπιστημιακού ασύλου».

Με άλλα λόγια, ο κ. Κουράκης –έχοντας και τις ευλογίες του Συνασπισμού– επαίνεσε την παρανομία των φοιτητών βαφτίζοντας τη φθορά δημόσιας περιουσίας και τον τραμπουκισμό στο πρόσωπο ενός καθηγητή και εκλεγμένου αντιπρύτανη ως «εύρυθμη λειτουργία του ασύλου». Με άλλα λόγια, εκεί που οι χούλιγκαν μας χρωστούσαν, ο Συνασπισμός ζητάει και το βόδι, διότι «στοχοποιήθηκαν» οι χτίστες!

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτού του «επαναστατικού παραλογισμού», που δέρνει εσχάτως τον ΣΥΝ, και αφού κατά τον κ. Κουράκη το χτίσιμο καθηγητών ή πρυτάνεων εντός των γραφείων είναι καλό πράγμα – «υπερασπίστηκαν τον δημόσιο χαρακτήρα του πανεπιστημίου» –, να νομιμοποιηθεί. Να μπορεί, όποιος διαφωνεί με κάποιον, να χτίζει συμβολικά την είσοδο του γραφείου του. Ετσι, αφενός θα έχουμε οικονομικό όφελος (η οικοδομή είναι η ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας κι εσχάτως έχει κάμψη) και αφετέρου θα έχουμε καθημερινά χάπενινγκ. Οι φοιτητές θα χτίζουν τους πρυτάνεις, οι εκφωνητές του Πολυτεχνείου θα μπορούν να χτίζουν την είσοδο της ΓΑΔΑ, ο ΛΑΟΣ θα μπορεί να χτίζει τα γραφεία του ΣΥΝ στην Κουμουνδούρου...

Γιατί όχι; Αφού το χτίσιμο των γραφείων είναι απλώς συμβολική πράξη, η οποία δεν πρέπει να ενοχλεί κανέναν και αποσκοπεί σε ιερούς σκοπούς, γιατί να μη διευρυνθεί; Γιατί ο δημοκρατικός διάλογος με το μυστρί να παραμείνει εντός των πανεπιστημιακών τειχών; Γιατί να μην μπορούν όλοι να χτίζουν όλους; Οι ακροδεξιοί να χτίζουν τα γραφεία των «επαναστατών», οι επαναστάτες των ρεφορμιστών, οι ρεφορμιστές των δεξιών κ. ο. κ. Είναι σίγουρο ότι ο καλός δημοκράτης κ. Κουράκης θα τρέξει να υπερασπιστεί το δικαίωμα κάθε ομάδας πολιτών να χτίζει τους αντιπάλους της· πάντα «συμβολικά» και φυσικά υλοποιώντας αποφάσεις συλλογικών οργάνων.

--------------------------------------------
Απο την Καθημερινή - Το μυστρί και η δημοκρατία
--------------------------------------------