Saturday, August 29, 2009

Notes from the Underground

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, το φώς της Ελλάδας και η θέρμη της Μεσογείου υπάρχουν ακόμα εντονα μέσα μου και η σκέψη μου δεν είναι καθαρή. Αφησα πίσω μου και πάλι πρόσωπα αγαπημένα και πήρα το ταξίδι της επιστροφής. Είναι μια διαδικασία εξαιρετικά επώδυνη και συναισθηματική. Το πρωί, ο ήλιος έκαιγε έξω απο το παράθυρό μου. Το βράδυ, η βροχή χτυπούσε το άλλο μου παράθυρο με μανία. Το πρωί είχα καλοκαίρι. Το απόγευμα φθινόπωρο.

Δεν είδα όσους ήθελα να δώ, μα είδα πολλούς ανθρώπους που άγγιξαν και αγγίζουν τη ζωή μου. Δεν μίλησα σε όσους θα ήθελα, αλλα μίλησα σε πολλους. Και κουβαλώ σαν απόθεμα πολύτιμο, ιστορίες και σκέψεις για τις κρύες μέρες του χειμώνα. Σαν η βροχή και η υγρασία της θετής πατρίδας άγγιξε το δέρμα μου, καθώς το φώς λιγόστεψε και η ατμόσφαιρα έγινε ξαφνικά μουντή, καθώς η επαφή μου με την πατρίδα γίνεται πλέον αποκλειστικά τηλεφωνική και ιντερνετική και οι δυναμικές της ζωής μου ξαφνικά αλλάζουν, νοιώθω μια θλίψη απέραντη και σκοτεινή.

Το τρομερό αντίτιμο της απουσίας εχει πολλές και τρομακτικές διαστάσεις. Τα πρώτα χρόνια όλα ήταν εύκολα και διασκεδαστικά. Ολοι ήταν εκεί, να περιμένουν. Και όλοι ήταν υγιείς. Με τα χρόνια, η φθορά άρχισε να φαίνεται αισθητή. Μερικοί αγαπημένοι άνθρωποι δεν υπάρχουν πιά. Αλλοι, άλλαξαν τόσο πολύ που έγιναν αγνώριστοι. Πολλοί χάθηκαν για πάντα σε καινούργιες ζωές ή ύψωσαν γύρω τους τοίχους ψηλούς και απροσπέλαστους. Κάποιοι ήταν και είναι αληθινά ευτυχισμένοι. Αλλοι, βούλιαξαν στο τέλμα θλιβερών επιλογών.

Είναι στιγμές που το ποτήρι δεν μισογεμίζει όσο κι αν το θές, και άλλες που δεν αδειάζει με τίποτα. Είναι στιγμές που πρέπει να κοιτάξεις μέσα σου βαθιά για να δείς καθαρά, και στιγμές που πρέπει να μαντέψεις παρά να παρατηρήσεις. Είναι στιγμές που η μακρόχρονη απουσία είναι ευλογία και τύχη, και άλλες που γίνεται κατάρα και τροχοπέδη. Είναι στιγμές που κανείς δεν πρέπει να λείπει ποτέ, και στιγμές που πρέπει να λείπεις οπωσδήποτε. Και τελικά, υπάρχουν σκέψεις που μπορείς να τις κάνεις μόνον απο μακρυά, και άλλες που πρέπει να είσαι απαραίτητα παρόν.

Θάθελα πολύ να ευχαριστήσω όλους τους φίλους απο την Ελλάδα, εκείνους που μίλησα, και εκείνους που δεν πρόλαβα να δώ. Και εκείνους που έμαθα πως πάντα με επισκέπτονται και με διαβάζουν (που δεν ήξερα), ή που έχουν μαντέψει την ταυτότητά μου. Και εκείνους που με περίμεναν. Είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που μια κάποια παρέα ανθρώπων που εκτιμώ με τιμά με το διάλογό τους. Κλείνουν σύντομα δύο χρόνια ενασχόλησης με το blogging, ενα χόμπυ τυχαίο, μα και συνάμα χρήσιμο και θεραπευτικό. Θα συνεχίσω, σκέπτομαι, με ό,τι μου κατεβαίνει στο μυαλό, άλλοτε όμορφο, και άλλοτε υπέρογκα θλιβερό...

Φίλοι μου καλό Φθινόπωρο.

Monday, August 24, 2009

Ξανά όπως παλιά...

Κανένας πόνος σαν τον προσωπικό. Αυτόν που σε χτυπάει κατάμουτρα και είναι ολοδικός σου. Που σου ανήκει και σε καίει ατομικά, που σε πονάει βαθιά στα σπλάχνα της καρδιάς σου. Και που οι άλλοι τον βλέπουν τηλεοπτικά.

Μαζί μας αυτό το καλοκαίρι, η Stepanie (Στεφανία) απο το San Diego. Εγινε φίλη με την κόρη μου απο τις πρώτες μέρες, έπαιξαν μαζί, μεγάλωσαν ένα νεογέννητο γατάκι. Η νεαρή Στεφανία ήρθε με την οικόγένειά της στην Ελλάδα πρίν μερικά χρόνια. Ο πατέρας της είχε νοσταλγήσει την πατρίδα. Μια πρόσχαρη κοπελίτσα με χαριτωμένα αγγλικά, έγινε για την κόρη μου ένα σημείο αναφοράς. Ιδια ηλικία, ίδια τάξη.

Και καθώς οι μέρες πλησιάσαν να φύγουμε, καθώς δεν θάθελα να φύγω απο την πατρίδα με μια κακή είκόνα στο μυαλό, έρχεται ο εφιάλτης της πυρκαγιάς να μας αναστατώσει. Με ενοχλούν τα καμένα δάση της Ελλάδας, με ενοχλούν τα αυτοκινητιστικά ατυχήματα, με ενοχλούν και άλλα πολλά. Αλλά τούτη τη φορά, προστέθηκε στη σκέψη μας και η Stepanie, καθώς η ίδια πληροφόρησε την κόρη μου πως το σπίτι της, στη Δροσιά Αττικής, μπορεί και να καιγόταν.

Και με ξύπνησε η μικρή νωρίς σήμερα, να με ρωτήσει αν το σπίτι της Στεφανίας καήκε. Οχι, είπα εγώ, αμήχανα. Αλλά αυτή επέμενε. Και ξεκινήσαμε να πάμε να τη βρούμε. Και έκατσε η κόρη μου, μικρή και άμαθη ακόμα απο κόσμο (και απο Ελλάδα), να συζητήσει με τη μικρή της φίλη για το άν κάηκε το σπίτι της. Αν καιγόταν το σπίτι της, ήθελε να την φιλοξενήσει με το γατάκι της.

Το σπίτι της Στεφανίας δεν κάηκε, το νεογέννητο γατάκι θα μείνει τελικά στο επαρχιακό σπίτι της γιαγιά της, η κόρη μου χάρηκε που όλα ήταν καλά στη ζωή της φίλης της, η πατρίδα καταρρακώθηκε και πάλι απο κάποιους ανόητους εμπρηστές, και τα ταξίδι της επιστροφής έρχεται σε λίγες μέρες. Οπως και το 2007 που πηγαίνοντας προς την Αθήνα βλέπαμε τις πυρκαγιές της Αχαίας καθ' οδόν. Ξανά, όπως παλιά...

Καλή αντάμωση απο άλλη βάση:)

Thursday, August 20, 2009

Η λαοθάλασσα της επαρχίας

Αναπαυμένος σε μπαμπού καναπεδάκια με βελούδινα γεμιστά μαξιλαράκια, απολαμβάνω τον καφέ μου στo Downtown. Καφές cappucino με κανέλλα. Είναι ενα απο τα 20 συνεχόμενα μπαράκια του πεζόδρομου. Τα υπόλοιπα 30(!!) θα ανοιξουν, πληροφορούμαι, τον Σεπτέμβριο. Εχω την εντύπωση πως βρίσκεται εδώ όλη σχεδόν η πόλη! Μάρτυρας σε μια υπερπαραγωγή καφέ, greek lifestyle και αραλικιού, η καφενόβια τελετο-αργία επαναλαμβάνεται καθημερινά απο τις 10 μέχρι περίπου τις 1 μετά το μεσημέρι.

Η γκαρσόνα μου προσφέρει τον Τύπο της ημέρας. Εspresso και αθλητικές. Μαθαίνω έτσι τα νέα της ημέρας, ποιός πήδηξε ποιόν, σε ποιό κόττερο βρέθηκε ο Λάκης, τι θα φορεθεί φέτος, πού πήγε διακοπές η Πετρούλα, τι μεταγραφές έκανε η Παναθηναϊκάρα. Στον αντικρυνό τοίχο, σε μια γιγαντο-οθόνη, ενας δημοσιογράφος μεταδίδει τα νέα απο τη Μύκονο. Στριμωγμένος ανάμεσα σε μαυρισμένα ελληνικά, γαλλικά και γερμανικά μπούτια, αγωνίζεται ο φουκαράς να δώσει έμφαση στο αποψινό beach party και καυτό μπλουζάκι show. "Γαμάτο μπάρ", ακούω δίπλα μου έναν νεαρό.

Μ' αρέσει. Διόμιση ώρες καφέ ειναι σοβαρή υπόθεση. Και τα γκομενάνια πολύ όμορφα, απίθανα σεξουαλικά μπλουζάκια, νύχια σε ποικιλόχρωμους συνδυασμούς, μαυρισμένα κορμιά σε γκλαμουράτες έμφανίσεις και μοδάτα design. Κάθε μέρα Downtown. Κάθε μέρα αργία. Η ώρα του καφέ.

Ρωτάω τα παιδιά της παρέας, με τί ασχολούνται όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ποιά είναι αυτή η καφενιακή λαοθάλασσα, μεγαλύτερη των διαδηλώσεων και των γηπεδικών συνάξεων, η ατέλειωτη αυτή στρατιά των νέων που κάθε μέρα, κάθε πρωί (πιθανώς και βράδυ), κατακλύζουν τα 50 αυτά μπαράκια, σε μια φωτογραφική υπερσυγκέντωση τόσο μεγάλη, τόσο πολυπληθή και αξιοσημείωτη, η παρατήρηση της οποίας εχει και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Ποιοί έιναι αυτοί οι άνθρωποι; Είναι άνεργοι, πληροφορούμαι. Παιδιά της επαρχίας, μαθητές, φοιτητές, απόφοιτοι, καθοδόν προς το αβέβαιο εργασιακό τους μέλλον. Σε μια χώρα που όλα υπολειτουργούν, το κράτος απουσιάζει και η εκμετάλευση περισσεύει. Σε μια χώρα που τρώει τα παιδιά της.

Στην ταράτσα του Downtown, μια ομάδα εργατών βάζει μια καινούργια κεραμοσκεπή. Τα ηλιοκαμμένα κορμιά δουλεύουν με πείσμα μέσα στον ήλιο, διαγράφονται οι καλογυμνασμένοι μύς, ο ίδρώτας της δουλειάς. Είναι Αλβανοί, πληροφορούμαι. Αυτοί φτιάχνουν όλες τις σκεπές της πόλης, αυτοί κάνουν και τα καθαρίσματα, τα τσιμεντόματα, τα υδραυλικά. Αυτοί γενικώς τα κάνουν όλα. Τους βρίσκεις όποτε θέλεις, περιέργως δεν λένε ποτέ όχι, και σαν εργατικές μυρμηγκιές με στρατιωτική δομή, συννενοούνται μεταξύ τους και κλείνουν όλα τα deals. Κεραμοσκεπές, μπάνια, πέτρινοι τοίχοι, ηλεκτροδουλειές, τσιμενταρίσματα. Καί τώρα τελευταία, έχουν και απαιτήσεις. Σταμάτησαν τα παραδοσιακά ωρομίσθια (3- 5 ευρώ την ώρα), και παίρνουν τις δουλειές εργολαβικά. Και ακριβά.

Δεν περιμένω απο τη Μεσογειακή Ελλάδα Προτεσταντικό εργασιακό ήθος, αλλά ενδόμυχα αρνούμαι να παραδεχτώ πως και τα κοινωνιολογικά μου αντανακλαστικά είναι νεκρά. Η εικόνα που απλώνεται μπροστά μου, μου είναι οικεία απο παιδί. Συζητήσεις και παρατηρήσεις έχω κάνει άφθονες στην επαρχία, συχνός ταξιδιώτης της πατρίδας ήμουνα πάντα, και άνεργους έχω δεί πολλούς ανα τον κόσμο. Αλλά τούτο το υπερπλήθος του καφέ, δεν έχει χαρακτηριστικά ανέργων, ούτε και φαίνεται να ανησυχεί πολύ για το εργασιακό του μέλλον. Τα χαρακτηριστικά της ανεργίας περιέχουν αγωνία, όχι καθημερινό ξάπλωμα σε τιγρέ καναπεδάκια και δίωρους καφέδες. Η επαρχιακή αυτή καφενομανία, είναι εμπεδωμένη συμπεριφορά αδιαφορίας προς οτιδήποτε συνιστά στάση ζωής απέναντι στο θέμα της εργασίας.

Οι "άνεργοι" είναι στην ουσία άεργοι, βολεμένοι νέοι της επαρχίας σε μια κοινωνιολογική τελετουργία που θυμάμαι απο παιδί. Την τελετουργία της χρόνιας αναμονής, μιας συγκεκριμένης αντίληψης του κόσμου (βαθιά εμπεδωμένη στην επαρχία), που δεν θέλει τα παιδιά να δουλεύουν σε τίποτε "βρώμικο" και κοινωνικά επιλήψιμο, να μην μετακομίζει απο το σπίτι, να μην φεύγει απο την γενέθλια πόλη. Η πατρική κατοικία ορίζει τα όρια της φιλοδοξίας των παιδιών και χρηματοδοτεί τους καφε-μαραθώνιους (για χρόνια ολόκληρα), μέχρι να παρουσιαστεί κάποτε η καλή, συνήθως κρατική ευκαιρία ή διορισμός. Τότε, και μόνον τότε, τα παιδιά θα ενταχθούν ευπρεπώς στην τοπική κοινωνία.

Με τους Αλβανούς στην ταράτσα να δουλεύουν και τους "άνεργους" στην βάση να απολαμβάνουν λούγκο και φρέντο, το θέαμα είναι και ελαφρώς κωμικό. "Ελα μωρό μου, έλα κορμί μου", φωνάζει στη γιγαντοοθόνη ο Μυκονάκιας. Και το "κορμί" ανταπρίνεται με λάγνες μπαρόβιες υπνωτικές κινήσεις προκαλώντας τα ουρλιαχτά και τον θαυμασμό των τοπικών θαμώνων. Καθώς ετοιμάζομαι να φύγω (οι δύο ώρες πέρασαν), συλλέγω και τον τελευταίο διάλογο ενός "άνεργου" που "τον τρώει η Ελλάδα" "Ασε μαλάκα, έπαθα πλάκα, η γκόμενα οδηγάει το Μazda το τριάρι."

Thursday, August 13, 2009

Το νέο μας Μουσείο

Για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης δεν είμαι ο πλέον ενδεδειγμένος να μιλήσω, πληροφορίες υπάρχουν παντού, όπως και όμορφα και λεπτομερή πληροφοριακά πόστ όπως τούτο του Αθεόφοβου, ο οποίος παραθέτει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες.

Θα πώ μονάχα δυό λόγια, αντιπροσωπευτικά ίσως του κάθε ομογενή που ξαφνικά επισκέπτεται την πατρίδα του και επισκέπτεται αυτό το υπέροχο κτίσμα. Και νοιώθει ξαφνικά μια απέραντη χαρά, μια υπερηφάνεια, που επιτέλους κάποια μεγάλα και σημαντικά έργα γίνονται και στον τόπο μας.

Ελληνικές Αρχαιότητες έχω δεί σε πολλά σημεία του κόσμου, απο το υπέροχο και αγαπημένο μου Μετροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης (με τα 3 εκατομμύρια αντικείμενα στις αποθήκες του), μέχρι το Βρετανικό Μουσείο (που "φιλοξενεί" τα Ελγίνεια Μάρμαρα) και τον Λούβρο. Οι μεγαλύτερες συλλογές Ελληνικής Τέχνης βρίσκονται άλλωστε απο πολλά χρόνια στα μουσεία του εξωτερικού.

Και κάθε φορά που γίνεται κάτι το Ελληνικό, χαλάει ο κόσμος σε ζήτηση, συμμετοχή και εισιτήρια. Απο τους "Θησαυρούς του Βυζαντίου" που άφησαν εποχή στην Νέα Υόρκη, μέχρι τα "Κυκλαδικά" θεματικά εκθέματα του Μουσείου Τέχνης της Βοστώνης, ένα επίσης λαμπρό μουσείο. Καθώς οι Ελληνικές και Αιγυπτιακές συλλογές είναι οι πολιτιμότερες στον κόσμο, κανένα Μουσείο δεν θα ήταν τρελλό να επιστρέψει πίσω τις Ελληνικές Συλλογές του (που είναι μόνιμες). Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Αλλά σήμερα, επιτέλους, μπαίνουμε και εμείς θαρρώ, στο μεγάλο πολιτιστικό παζάρι της κουλτούρας, με το μεγαλύτερο και πολιτιμότερο στοιχείο που έχουμε, και που δεν αμφισβητείται πουθενά- την Πολιτιστική μας Ιστορία. Και προσωπικά, είμαι γι αυτό πολύ ευτυχισμένος.

Ξεκίνησα με τον 13χρονο γιό μου πρωί απο την επαρχία για να επισκεφτώ το Μουσείο. Εγώ ανέλαβα τις επεξηγήσεις. Εκείνος την φωτογράφηση. Και μαζί, την συζήτηση. Ηδη απο το σχολείο, ο πιτσιρικάς είχε τις πρώτες του γνώσεις για την Κλασσική Έλλάδα, και εγώ ανέλαβα να του προσωποποιήσω όσες ακόμα περισσότερες μπορούσα. Στο υπέρλαμπρο Μουσείο φτάσαμε στις 10 το πρωί, και αφιέρώσαμε κάμποσες ώρες. Υπέροχοι οι φωτισμοί, εξαιρετικές οι επεξηγήσεις, οι τοποθετήσεις, η καθαριότητα, η εξυπηρέτηση. Εξαιρετική και η αισθητική του χώρου, το κτίσμα, που κατα την ταπεινή μου γνώμη σέβεται τα ευρήματα που φιλοξενεί, τα προστατεύει σωστά, και συνδυάζει με επιτυχία την αρχαία αισθητική με το ατυχώς άναρχο σύγχρονο αστικό Αθηναικό τοπίο. Kάπως υπέμετρη, νομίζω, η παλιά διαμάχη για το γκρέμισμα δύο νεοκλασσικών σπιτιών επι της Αεροπαγίτου. Θα μπορούσαν βέβαια να απουσιάζουν, αλλά δεν εμποδίζουν τη γενική θέα της Ακρόπολης.

Η μέρα μας συνεχίστηκε με μια περιήγηση στην Ακρόπολη. Πρώτη φορά για τον γιό μου. Συζητήσαμε εκεί πολλά, είχαμε μαζί μας και ένα υπέροχα εικονογραφημένο βιβλίο της Ακρόπολης όπως ήταν στην Αρχαιότητα. Τίποτα πιό πολύτιμο φίλοι μου απο την προσωπική εμπειρία. Στο τέλος της ημέρας, περπατήσαμε και τον πεζόδρομο που ενώνει τους αρχαιολογικούς χώρους. Μια υπέροχη αρχαιολογική ένωση, μια πανέμορφη βόλτα. Κάπου στου Ψυρρή, ήπιαμε καφέ και αναψυκτικά.

Ηταν καλή η εμπειρία; Νομίζω πως έφερα στην Ελλάδα εναν καινούργιο "πελάτη"- τον γιό μου. Ο οποίος βιώνει την Ελλάδα σιγά σιγά απο την λαϊκή της βάση. Οπως μπορώ να του την εκθέσω, με τη γλώσσα της, τον ήλιο της, το φώς της, τις φωνές και τα παιχνίδια του δρόμου, τις λιχουδιές της, το μπλέ της θάλασσας, και απο σήμερα, ελπίζω, και με τον Πολιτισμό της.

Εν καιρώ θα ακολουθήσουν και τα νεότερα σε ηλικία δίδυμα λοκοπουλάκια. Τα οποία έχουν παρομοίως υποβληθεί στα ειδικά προγράμματα επισκέψεων και επιμόρφωσης που τους έχω στρατηγικά επιλέξει. Και ενώ εγώ μάλλον δεν θα γίνω ποτέ πλούσιος σπονσοράροντας πολλαπλά ταξίδια και διάφορα "πολιτιστικά", η Λοκοπούλια Τριανδρία των απογόνων θα βρεί μια μέρα κάτι που αξιζει, πάλι ελπίζω, απο τον ιδιόρυθμο και εκκεντρικό έλληνα πατέρα τους που βάλθηκε κάποτε με μανία να δημιουργήσει στα τζοβένια του Ελληνιστική και Ευρωπαϊκή συνείδηση...

Wednesday, July 29, 2009

Ραστώνη

Τα γαλαζοπράσινα νερά με προκαλούν ηδονικά. Καμμένο το κορμί απο τον ήλιο, δίψα στο στόμα, δίψα στο νού. Μα και ευτυχία. Είχα χρόνια νάρθω στο μικρό νησί, μια κουκίδα γης στην απεραντοσύνη της ελληνικής θάλασσας, ακατοίκητο, μυστηριώδες. Ο μαΐστρος σηκώνεται με δύναμη τινάζοντας παντού φύκια και ξεβρασμένα ξύλα. Λιμνάζοντα νερά είναι τώρα το εσωτερικό της μικρής ξέρας, πρασινίζοντα αρμυρίκια, ζαμπαρέλες, σαύρες, πετροκάβουρες.

Ενα μικρό μονοπάτι με οδηγεί. Αλλού τσιμέντο, αλλού ξύλο, αλλού λάσπη. Κάποτε, το λασπωμένο έδαφος με τη βαθιά μυρωδιά ξεραΐλας, δίνει τόπο σε κάποια στέρεη γή, μικρή σε έκταση, όαση στο σεληνιακό τοπίο. Ο Φάρος. Εγινε εδώ κάποτε μια μεγάλη μάχη, σώμα με σώμα, με μαχαίρια, ξύλα, καριοφύλια, κι΄ο,τι άλλο λάχαινε. Για να μείνει η θάλασσα ανοιχτή στο ναυτικό των Ελλήνων της Επανάστασης, να σωθεί απο τους Τουρκοαιγύπτιους η Ιερά Πόλη. Μια μάχη χαμένη...

Και πέρασε ο χρόνος. Ο παλιός Φάρος έμενε να αγναντεύει το έρημο πέλαγος περιμένοντας καράβια που δεν θα έφταναν ποτέ, εχθρούς που πια δεν υπήρχαν. Σπασμένα τα τζάμια του απο τους χειμερινούς αέρηδες, γυαλιά σκορπισμένα στην ελικοειδή του σκάλα. Παντού ήλιος, φύκια κι ερημιά...

Κάποιοι ντόπιοι άνθρωποι της θάλασσας, πολλοί απ αυτούς γνωστοί μου απο τα παιδικά μου χρόνια, επισκέφτηκαν το έρημο νησί κι έστησαν πάνω του τον Αη Σώστη. Μικρή εκκλησιά, πέτρα σμιλευμένη στο χέρι, μεταφερμένη με ψαράδικες γαΐτες και ντόπια ξύλινα πριάρια. Τα λιμνάζοντα νερά φτάνουν μέχρι τις σκουριασμένες πόρτες της, καβούρια και μικρόψαρα θαρρείς πως προσπαθούν να μπούν στο Ιερό. Φύκια και ιώδιο παντού...

Ο δαιμονισμένος μαΐστρος ξεσηκώνει γύρω του με μια βοή τα πάντα. Τρέμει μαζί του και το μικρό πέτρινο ερημοκλήσι, κουνιούνται μαζί του παράθυρα, εικόνες και λιβανιστήρια. Μένω εκστασιασμένος στο μικρό ιερό της εκκλησιάς, αγναντεύοντας την πενιχρή και ευλαβική του διακόσμηση, νοιώθοντας το βαθύ λαικό στοιχείο της θαλασσοσύνης και ευλάβειας που χαρακτηρίζει ιστορικά τον Ελληνα. Φάρος κι Αη Σώστης, μεσημέρι Ιουλίου, 43 υπο σκιάν...

Το φαγητό της ημέρας έρχεται απο τα βράχια της αντιπέρα όχθης. Χταπόδι γουλισμένο στα άγρια βράχια, αυτοσχεδιαμός ναυτικών, ταξιδευτών και ερημιτών. Πάνω στα φύκια της όχθης στήσαμε μια φωτιά, αντίπαλα στο δροσερό μαΐστρο που γλυκαίνει το κορμί απο το κάμα της ζέστας και την αρμυριά της θάλασσας. Εκστασιασμένος σε ηδονικά πελάγη, σ' ένα νησί έρημο, άγνωστο, μουσειακό, παραδίνομαι στον άνεμο και τη ζέστα της καλοκαιρινής ραστώνης αποκοιμώμενος στα άγρια φύκια της παραλίας...

Sunday, July 5, 2009

Wednesday, July 1, 2009

Το Οπιο της Ελλάδας

Γεννήθηκα στην μεγαλύτερη καπνοπαραγωγική πόλη της Ελλάδας. Σε μια οικογένεια που όριζε κάποτε απέραντα καπνοχώραφα στη λίμνη Τριχωνίδα. Που βιοποριζόνταν απο το εμπόριο του καπνού και είχε συμφέρον στη διατήρησή του. Ο παππούς μου, μεγαλέμπορας της περιοχής και προσωπικός φίλος των Παπαστραταίων, συντόνιζε κάποτε την παραγωγή και τις τιμές χιλιάδων τόνων καπνού, μέσα απο ένα αλισβερίσι που θα θυμάμαι για πάντα. Τραπεζώματα με την εταιρεία, πολιτικούς των Αθηνών (που χρημάτιζε ασύστολα), τοπικούς και άλλους παράγοντες. Οι ιερωμένοι της περιοχής ευλογούσαν με ειδικά Τρισάγια τα πακέτα της παραγωγής.

Ολόκληρα χωριά δούλεψαν τον καπνό για γενιές, άντρες, γυναίκες και παιδιά μεγάλωσαν με τον μόχθο της καλλιέργειας ενός περίεργου προϊόντος που κατέκλυσε την ελληνική αγορά, δημιούργημα μιας οικογένειας που υπερήφανα σήμερα η πόλη του Αγρινίου συγκαταλέγει στα άξια επιχειρηματικά της τέκνα, αληθινούς πατριώτες και ευεργέτες της πόλης. Και ήταν. Τη σχολική μου μόρφωση την πήρα σε ένα κτιριακό συγκρότημα δωρεά της οικογενείας Παπαστράτου. Ηταν εκείνοι που δώρισαν στην γενέτειρα ένα τεράστιο πάρκο, έδωσαν δουλειές σε χιλιάδες αγρότες, χρηματοδότησαν πολιτιστικές εκδηλώσεις, πρόσφεραν υποτροφίες, έφτιαξαν μνημεία και Αρχαιολογικό Μουσείο.

Στα παιδικά μου χρόνια δούλεψα κι εγώ στα χωράφια του καπνού. Στα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας φυτεύονταν παραδοσιακά δύο είδη ντόπιου καπνού. Το Τσεμπέλι και το Μυρωδάτο. Ο κύκλος της παραγωγής άρχιζε νωρίς παράγοντας τον σπόρο του καπνού, το «φυντάνι». Ακολουθούσε το στάδιο της μεταφύτευσης, οργώματα, ποτίσματα, φροντίδες. Το «μάζεμα» γινόνταν τις νύχτες του καλοκαιριού, πριν τα χαράματα, οταν ακόμα υπήρχε κάποια δροσιά στην ατμόσφαιρα και τα καπνοφυλλα είχαν ευλυγισία. Σκληρή και επίπονη δουλειά. Οι εργάτες ανέβοκατέβαιναν σκυφτοί τα χωράφια μαζεύοντας τα φύλλα του καπνού ένα-ενα, πρώτα τα μεγάλα, μετά τα μικρά. Στο τέλος της δουλειάς, οι γυναίκες των χωριων "αρμάθιαζαν" τον καπνό, περνώντας με βελόνες, ένα-ένα, τα φύλλα του σε ειδικούς ανθεκτικούς σπάγγους. Ο καπνός ξεραινόνταν κατόπιν σε υπαίθριες ξαπλώστρες, πριν πακεταριστεί.

Τον Σεπτέμβρη μήνα, όταν άρχιζαν τα σχολεία, πολλοί συμμαθητές έρχονταν στο σχολείο με αφόρητους πόνους στη μέση και με τα χέρια τους χαρακωμένα απο το καλοκαιρινό μάζεμα. Αφηνε ο καπνός μια μαύρη κολλητική ουσία που έμπαινε στους πόρους των χεριών, τα λέρωνε και έπαιρνε μήνες να βγεί. Και οι αγροτικές τους οικογένειες έφερναν τότε τις πραμάτειες τους στις αποθήκες Παπαστράτου οπου γινόνταν η τελική καταγραφή και οι πληρωμές. Και ο καπνός έφευγε απο κεί για την Αθήνα, οπου γίνονταν τσιγάρα και χάνονταν στις αγορές του κόσμου. Ενας ολόκληρος κόσμος υπήρχε και ζούσε απο το προϊόν του καπνού.

Με τον καιρό, όλα άλλαξαν. Το τσεμπέλι και το μυρωδάτο εξαφανίστηκαν, τη θέση τους πήρε ο καπνός τύπου Virginia, αμερικανικής προέλευσης. Αλλαξε και η παραγωγή, οι χρηματοδοτήσεις, οι πολιτικές ισορροπίες. Η οικογένεια Παπαστράτου χάθηκε στο προσκήνιο της Ιστορίας και τη θέση της πηρε η απρόσωπη Phillip Morris που μετέτρεψε τον καπνό και το τελικό του προϊόν σε θανατηφόρο χημικό όργανο. Εφυγε και ο παππούς για πάντα, αφήνοντας πίσω του μια προσωπολατρεία που τη γεύομαι κάθε φορά που πηγαίνω στο χωριό. Και καθώς ο δυτικός κόσμος μπήκε σε μια εποχή τεράστιας συνειδητοποίησης, το κάπνισμα πήρε επιτέλους τις αληθινές του διαστάσεις. Ηταν μια συνήθεια εθιστική, βλαβερή, υπεύθυνη για εκατομμύρια καρδιοπάθειες, καρκίνους και θανάτους. Και κάποτε, ο δυτικός κόσμος βάλθηκε να το εξοντώσει.

Στην Αμερική η αντικαπνιστική εκστρατεία είχε μεγάλη επιτυχία. Αρχικά εισήχθησαν κάποιες απαγορεύσεις στους κοινούς χώρους, τα μπάρ, τα εστιατόρια, που κατόπιν επεκτάθηκαν στους εργασιακούς χώρους. Εγιναν λάθη, αχρείαστες εξαιρέσεις, και η χώρα απαρριθμεί ακόμα εκαττομμύρια καπνιστές. Αλλά ο κόσμος έχει πλέον συνειδητοποιήσει πως το κάπνισμα πρέπει να γίνει Ιστορία, να μην περάσει στην επόμενη γενιά. Να σβήσει εδώ, μαζί με την σημερινή γενιά των καπνιστών.

Σήμερα, μετά την Ευρώπη, έρχεται και η σειρά της Ελλάδας. Ο δρόμος θα είναι μακρύς και δύσκολος. Μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού σπρώχτηκε προς το τσιγάρο να να εξυπηρετήσει ντόπια οικονομικά συμφέροντα. Γενιές ολόκληρες εθίστηκαν στον καπνό γιατί υπήρχε εγχώρια αγορά παραγωγής και κατανάλωσης. Που σήμερα, ευτυχώς, έχουν εκλείψει. Αρνείται και η ΕΕ να χρηματοδοτήσει την καπνοκαλλιέργια, και καλά κάνει. Ο καπνόκοσμος της γενέτειρας θα χρηματοδοτείται απο την ΕΕ μέχρι το 2013 για να αλλάξει καλλιέργειες. Και μετά θα χαθεί στην ιστορική λήθη. Οι αποθήκες του Παπαστράτου θα παραμείνουν μουσεία, θα πάρουν ιστορικά αυτό που τους ανήκει, και θα ακολουθήσουν το δρόμο της εξέλιξης όπως τόσα και τόσα άλλα προιόντα της ανθρώπινης ιστορίας.

Τα "παραθυράκια" του νόμου για διαχωρισμό εστιατορίων και χώρων σε καπνίζοντες και μή είναι καταφανώς άχρηστα μέτρα και πρέπει σταδιακά να καταργηθούν. Το κάπνισμα πρέπει να ανακηρυχθεί σε υπ' αριθμόν ένα ιατρικό δημόσιο κίνδυνο και να εξαρθρωθεί δια παντός. Είναι ένα απόλυτο ναρκωτικό, που σαν το ιστορικό Οπιο της Κίνας σκοτώνει χιλιάδες νέους ανθρώπους κάθε χρόνο, μολύνει τους χώρους μας, ενοχλεί, και διογκώνει τα έξοδα του κοινωνικού μας κράτους. Και όπως και στους μαζικούς πολέμους του Οπίου αφήνει πίσω του βρώμικο κέρδος θανάτου σε κείνους που το διακινούν. Οι δικαιολογίες που ακούγονται για τη διαφορετικότητα της Ελλάδας, και για θεριακλήδες που δεν θα αντέξουν, ακούστηκαν (και απέτυχαν) παντού στην Ευρώπη.


Υποστηρίξτε Ελληνες τα αντικαπνιστικά μέτρα. Οχι γιατί το λέει ο Νόμος (που μπορεί να είναι ασαφής, ατελής και διαπλεκόμενος), αλλα σαν στάση προσωπική, έστω ιστορική. Γιατί είναι κάτι που αξίζει. Να ξεφύγουμε απο το τρομερό ναρκωτικό. Και αν δυσκολεύεστε (δεν είστε οι μόνοι), αποτραβηχτείτε τουλάχιστον διακριτικά απο τους άλλους, και δώστε τον αγώνα της απεξάρτησης ιδιωτικά και με αξιοπρέπεια. Βοήθεια υπάρχει παντού. Kaθώς και πάμπολλες προσωπικές καταθέσεις. Η προσπάθεια απεξάρτησης περνάει απο προβλέψιμα (και αντιμετωπίσιμα) στάδια, και ολοκληρώνεται κάπου στις 8-12 εβδομάδες. Και τη θέση της παίρνουν άλλα πράγματα, πιο δημιουργικά. Αποκτήστε λοιπόν πληροφόρηση και προετοιμαστείτε. Γινεται. Και αξίζει. Για μια καλύτερη ζωή, για τα παιδιά μας. Καλή τύχη...

----------------------------------------------------------------------------
(Και μ' αυτή την ανάρτηση, επανέρχομαι στο λήθαργο του καλοκαιριού. Το ετήσιο ταξίδι μου στη Χώρα του Φωτός, ειναι προγραμματισμένο την επόμενη εβδομάδα. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη...)